ραντεβού στην φωτιά

-Πάντα έδινα ζωή σε καθετί "σωστό" και απέρριπτα καθετί "λάθος". 
στα 15 που έχασα όλους όσους μου έχτιζαν δρόμους για το σωστό και το λάθος,τα μπέρδεψα λιγάκι. συμφωνείς; του είπα δείχνοντας του το άδειο ποτήρι μου. 
-Υποθέτω πως έτσι είναι, μου είπε γεμίζοντας το με λίγο ακόμη ουίσκι. 
-Πόσο τραγικό ακούγεται αυτό.Δεν ξέρω καν πώς σε λένε και σου έχω μιλήσει για την μισή μου ζωή. 
-Με λένε..
Ο μπάρμαν συνέχισε να μιλάει, χωρίς να ακούω λέξη του.

Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν εκείνος. Έβγαλα από την τσέπη το γράμμα του. Ταξίδεψα τέσσερα χρόνια πίσω, στην τελευταία εκείνη φορά.

Στεκόμουν μόνη μου στο στέγαστρο κοντά στο κυλικείο. δεν είχε έρθει κανείς να με πάρει. κοιτούσα την καταρρακτώδη βροχή, εξαιτίας της οποίας δεν μπορούσα να πάω σπίτι μου.
-πώς γίνεται να είναι κάτι τόσο όμορφο και συνάμα τόσο απέραντα μελαγχολικό; 
ακούγοντας την φωνή του, γύρισα προς το μέρος του. τώρα που βρισκόταν δίπλα μου, ένιωθα σαν να μπορούσα να δω με τα μάτια του.
-γιατί είσαι ακόμη εδώ; με ρώτησε.
δεν απάντησα..
-περίμενε λίγο να πάρω τα πράγματα μου. 
πολύ λίγο μετά στεκόταν ξανά δίπλα μου, φορώντας το αγαπημένο του δερμάτινο μπουφάν. 
-δεν μπαίνω σε γρήγορα αυτοκίνητα και επίσης δεν ανεβαίνω σε γρήγορες μηχανές, του είπα.όχι κάτι προσωπικό με την ταχύτητα. άρα καλό μεσημέρι. 
-ποιος είπε τίποτα για αυτοκίνητα και μηχανές; έλα, μου είπε ενώ ο ίδιος απομακρύνθηκε από το στέγαστρο και βγήκε στην βροχή. έλα, ξαναείπε και με τράβηξε στον δρόμο. 
-μα δεν....
-σταμάτα να σκέφτεσαι τόσο πολύ. σώπασα. λοιπόν, σκεφτόμουν πέρασε ένας χρόνος και δεν σε ρώτησα ποτέ, τί σε κάνει ευτυχισμένη; με ρώτησε ξαφνικά.
γέλασα. περπατούσαμε στην βροχή χωρίς να ξέρω προς τα πού. τον κοίταξα. δεν προλάβαινε μία σταγόνα να κυλήσει στο πρόσωπο του, από το μέτωπο μέχρι τον λαιμό του και ακολουθούσε μία δεύτερη. 
-μην υπεκφεύγεις την ερώτηση, κυρία μου. απάντησε!
-δεν ξέρω πώς θα ακουστεί αλλά συνεχώς μιλάω για την ευτυχία μα δεν καταφέρνω να την γνωρίσω.εσάς όμως τί σας κάνει ευτυχισμένο;
-εσύ, μου είπε απότομα. 
σταμάτησα να περπατάω και γύρισα προς το μέρος του. "εσύ" τί σόι λέξη διάλεξε; 
-γιατί με κοιτάζεις έτσι; είπε. δεν κινδυνεύω πια, μην φοβάσαι άλλο για μένα. από αυτή την στιγμή και μετά δεν θα είμαι τίποτα για σένα.φεύγω σήμερα με το αεροπλάνο στις 8 για Αγγλία. αύριο το πρωί έχω το πρώτο σεμινάριο. αυτό σημαίνει πως αυτή είναι η τελευταία μου στιγμή μαζί σου. τί μπορούσα να σου πω αυτό τον καιρό; τίποτα που να με κράταγε μακριά από την φυλακή.τώρα όμως, τώρα είμαι εδώ και μπορώ να σου πω ό,τι θέλω. οπότε μην φοβάσαι σε παρακαλώ. εσύ θα συνεχίσεις την ζωή σου γιατί έτσι πρέπει. θα ακουστεί αστείο αλλά έζησα τόσα χρόνια για να έρθεις εσύ και να μου δείξεις αυτό το κάτι. Είναι λάθος να σου πω "σ'έχω ερωτευτεί" γιατί μοιάζει τόσο ίδιο, τόσο κοινό με άλλα συναισθήματα. Θα σου πω όμως πως μ'έκανες να νιώσω κάτι πολύ διαφορετικό από ότι τα υπόλοιπα 29 μου χρόνια. Που δεν έχει όνομα, που δεν χρειάζεται όνομα. 

ήλπιζα να μπερδέψει τις σταγόνες της βροχής με τα δάκρυα μου. τότε έσκυψε και φίλησε τα μάτια  και πολύ απαλά τα χείλη μου.δεν ήταν ένα φιλί εραστών, ήμουν πολύ μικρή για να παραστήσω κάτι τέτοιο και έτσι γραπώθηκα από την αγκαλιά του. νομίζω πως έτρεμαν τα χέρια του. ήθελα αυτό να μην σταματήσει ποτέ. τον γνώρισα όταν νόμιζα πως μόνο η απώλεια και το χάος ήταν για μένα και μου έδειξε πως το κορμί μου άντεχε πάθη που όμοια τους σπάνια έβλεπε.σήκωσε τα μάτια μου στα μάτια του.

-πρέπει να φύγω, μου είπε.
-όχι! φώναξα δυνατά.δεν μπορώ να σου πω αντίο, σε παρακαλώ, μην φύγεις. υποσχέσου πως θα γυρίσεις. 
-Μόνο ένα πράγμα μπορώ να σου υποσχεθώ. Ό,τι για να ζω, για να συνεχίζω,θα σκέφτομαι τα μάτια σου. Έτσι γαλαζοπράσινα, σαν όλα τα ταξίδια της ζωής μου. Και μέσα από αυτά, θα γυρνάω και στην Κρήτη πού και πού, που τόσο μου λείπει. Δεν θα σε ξεχάσω. Τρέξε σε παρακαλώ, πάρε εκείνο το λεωφορείο που έρχεται και πήγαινε σπίτι. Και συγχώρεσέ με..
Τον είδα να σταματάει το λεωφορείο και να με σπρώχνει μέσα. 
-Σας αγαπάω, του είπα ενώ έκλειναν οι πόρτες, με λυγμούς. 


Τέσσερα χρόνια μετά, ήμουν εκεί με το γράμμα του στα χέρια. Τώρα σε κάθε σβούρα από καπνό, έβλεπα τα μάτια του, θολά σαν ανάμνηση μα τόσο δυνατά σαν συναίσθημα. Είχε γυρίσει επιτέλους στην Κρήτη. 

"Στ΄ άγρια σοκάκια της ψυχής
Ψάχνω μα δε σ΄ ανταμώνω
Α να κοιμηθώ να σ΄ ονειρευτώ
Που με ξέχασες και λιώνω

Ούτε που σαλεύει το νερό
Ούτε μου μιλούν οι γλάροι
Μου άργησες πολύ, πες μου πως θα `ρθεις
Πριν να σβήσουνε οι φάροι...


Σου στέλνω αυτό για να ξέρεις πως ύστερα από όλα, τίποτα δεν άλλαξε. αν και στα 33 πια, που έφυγα, γύρισα, έζησα, τίποτα δεν άλλαξε. ο καθηγητής σου ακόμη πεθαίνει κάθε μέρα στην σκέψη σου.Εκτίω την ποινή μου ενώ περιπλανάμαι στο Καθαρτήριο. Η κόλαση είναι κοντά, γι'αυτό μην με περιμένεις. Να προσέχεις..."
Έκλεισα το γράμμα, το έβαλα μέσα στον φάκελο του και ήπια άλλο ένα ουίσκι. Πόσες ώρες ταξίδι να είναι;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου