"Are you ready to play the game?"


Κοιτάω εδώ και ώρα τις φλόγες
που τρεμοπαίζουν στο τζάκι απέναντι μου,
τα χέρια μου γράφουν και σβήνουν συλλαβές,
στο τραπέζι μου ένα ποτήρι με ουίσκι σκέτο,
δύο τσιγάρα στριφτά, έτοιμα,
μέσα μου μόνο τα λάθη μου και τα σωστά.
"Πού θα αποχαιρετίσεις τον χρόνο που μας πέρασε;" 
Εγώ από την πρώτη στιγμή ήθελα λίγο χρόνο με τα φώτα,
τα χρώματα, τον εαυτό μου, τους γρίφους μου.
Λένε πως αφήνεις πίσω σου τα πάντα,
τα καις μαζί με το πέρασμα από τις δώδεκα στις δώδεκα και ένα
αλλά δεν την πατάω πια,
πέρυσι τίποτα δεν ξεχάστηκε,
τίποτα δεν συγχωρήθηκε,
ήμουν ο ίδιος άνθρωπος
στις δώδεκα
και
ο ίδιος άνθρωπος στις δώδεκα και ένα,
τα ίδια κρίματα είχα,
τα ίδια πράγματα ζητούσα,
απ'τους ίδιους φόβους κρυβόμουν.
Θα 'λεγα ότι είναι "σοφό" να γνωρίζεις τους φόβους σου.
Ο φετινός χρόνος τώρα,
μισή ώρα προτού αλλάξει,
με έμαθε ότι φοβόμουν κάτι χωρίς να το ξέρω,
τον εαυτό μου.
Τα όρια μου.
Τόσα χρόνια και δεν λύγισα μια φορά, σε κάτι,
να είμαι λάθος,
να με δείχνουν με το δάχτυλο
και να με κουτσομπολεύουν οι δικοί μου άνθρωποι σε άλλους δικούς
τους σαν ένα παράδειγμα τύπου
 "πρόσεχε, κοίτα τι έπαθε η φίλη μου η τάδε..".
Και τώρα, τώρα τους ξάφνιασα όλους,
μαζί και τον εαυτό μου,
τα ρίσκαρα όλα μαζί
και τον εαυτό μου
και τα 'χασα όλα
και τον εαυτό μου
ακόμη.
Στάθηκα δίπλα σε όλους,
υποστήριξα λάθη για σωστά και το ανάποδο,
ήμουν ο ώμος που θα έκλαιγε κανείς αλλά στο τέλος...
"Πώς μπόρεσες να κάνεις τόσο κακό σε σένα;"
Κατάλαβα ότι με φοβάμαι
γιατί δεν με ήξερα
και το περίεργο είναι πως
ούτε τώρα με ξέρω,
ξέρω πώς ήμουν μαζί του,
πώς είναι να αγαπάς αυτόν τον άνθρωπο,
αυτόν τον γλάρο όπως συνήθιζα να τον λέω,
τον γλάρο της ψυχής μου..
Πόσο σίγουροι είμαστε ότι ξέρουμε τους εαυτούς μας τελικά;
Όταν λέμε "εγώ είμαι ευαίσθητη" ή "εγώ είμαι επιπόλαιη";
Μήπως τελικά είμαστε όλα τα πράγματα,
όλα τα επίθετα,
όλες οι καταστάσεις που ποτέ δεν θα φανταζόμασταν πως είμαστε;
Απ'όσα έμαθα από τον εαυτό μου
 και από τους εαυτούς σου
και έμαθα πολλά,
πίστεψέ με, φέτος,
μπορώ μόνο να αναρωτηθώ
πόσα ακόμη παράδοξα επιφυλάσσει το
"δώδεκα και ένα"...
Το ρολόι δεν κάνει την αλλαγή,
έξω θα συνεχίσει να χιονίζει θλιβερά,
μέσα οι φλόγες θα συνεχίζουν να παίζουν μοναχές τους,
 ο Ludovico Einaudi θα συνεχίσει να μιλά στην ψυχή μου για σένα με την μελωδία του
και μία ακόμη νύχτα θα φύγει έτσι απλά, καλωσορίζοντας μία νέα μέρα...





Δεν μπορώ να αντέξω πια τον εξευτελισμό που καταλάθος ονομάσαμε έρωτα.



Κρατάω ακόμη το κορμί μου όρθιο λες και πιστεύω ότι μπορεί να με δεις έτσι, όταν είμαι μόνη μου, κρατιέμαι να μην κλάψω, να μην δείξω πόνο, να μην μετρήσω τις ανάσες μου και όλα αυτά όταν είμαι μόνη μου. Ήθελα κάθε φορά που βρίσκομαι μόνη με τις σκέψεις και τους φόβους μου να νιώθω πως τα αξίζεις όλα αυτά, από την πρώτη στιγμή αυτό σκεφτόμουν, πάσχιζα να με πείσω ότι είναι σωστό, ότι είσαι σωστός, ότι αγαπιόμαστε. Αλλά εμείς μωρό μου, εμείς δεν είμαστε τίποτα παρά ένας θίασος έρωτα, μία παράσταση που έκλεισαν να δούν κάποιοι άλλοι, εμείς δεν αγαπηθήκαμε, όχι δεν αγαπηθήκαμε. Μόνο μίσος τρέφαμε, τρέφουμε, μίσος και εγωισμό. Με πατάς κάτω και έπειτα χαμογελάς. Το λάθος μου ήταν να πιστέψω ότι τα λόγια σου μετά, οι συγγνώμες που εσύ έκανες θρύψαλλα, ήταν αλήθεια, δεν ήθελα να δεχτώ ότι δεν μπορείς να με χάσεις γιατί δεν θα ξέρεις τι να μισείς, γιατί εγώ δεν σου θυμίζω τον καλό σου εαυτό, αντιθέτως σου θυμίζω τα χειρότερα του παρελθόντος σου. Και πρέπει να με μισείς για να μπορείς κάποια στιγμή να αγαπήσεις. Βέβαια εμείς δεν είμαστε το ίδιο με τους ανθρώπους που αγαπήθηκαν, προσπάθησαν να διώξουν ο ένας τον άλλον και αγαπήθηκαν περισσότερο. Εμείς τολμήσαμε να αγαπηθούμε αλλά δεν γινόταν και από τότε μόνο να μισούμε ο ένας τον άλλον μπορούμε. Πλέον δεν ξέρω αν με το να σε τιμωρώ, τιμωρώ εμένα. 

"Κόλαση;"

Λένε ότι μία σχέση συνήθως την χαρακτηρίζει κι από κάτι. Άλλοτε η ζήλεια, άλλοτε ο εγωισμός, άλλοτε η ανυπόφορη αγάπη. Πολλές φορές δηλαδή τους ίδιους τους ανθρώπους που επιχειρούν να ξεκινήσουν ή που πρωταγωνιστούν σε μία σχέση, τους σημαδεύει κι από κάτι, είναι σαν να παλεύουν ο καθένας με τους δαίμονες του και να προσπαθούν να τους πείσουν να συνυπάρξουν αρμονικά με του άλλου ανθρώπου.

Οι δικοί μου δαίμονες λέγονται "αφέλεια", μικροσκοπικοί και αδύναμοι, υπηρέτες μίας αφέλειας πως μ'αγαπάς ή πως θα μ'αγαπήσεις, μίας αφέλειας παιδικής, μίας αφέλειας σε όλο της το μεγαλείο. Δίνουν τα χέρια τους και περπατάνε ο ένας δίπλα στον άλλον σαν ένα μεγάλο τρενάκι με πολλά βαγόνια, είναι τόσο ευκολόπιστοι και απονήρευτοι. Αλλά οι δικοί σου δαίμονες δεν είναι αφελείς, είναι πονηροί, πελώριοι, πέρα για πέρα αληθινοί, απέθαντοι. Βάζουν τα σώματά τους το ένα δίπλα στο άλλο και χτίζουν ένα τείχος γιγάντιο και γερό. Οι δικοί μου δαίμονες τρέφονται από τις ανάγκες μου, τα κενά μου και την ελπίδα μου να σ'αγγίξω, που όσο κι αν δυναμώσουν ποτέ δεν θα μπορούσαν να βλάψουν κάποιον άλλον πέρα από μένα, οι δικοί μου δεν έχουν εκπαιδευτεί για να πολεμούν. Τους δικούς σου τους τρέφεις με τους φόβους, τα αδιέξοδα και τα μπερδέματά σου, πολεμιστές από πρώτο χέρι.
Κάθε μέρα γίνεται το ίδιο περίεργο πράγμα...κάπως βρίσκομαι κοντά σου και άθελα μου σέρνω τους δαίμονες μου στην δική σου κόλαση. Όταν προχωρούν κατά μήκος του καθαρτηρίου μέσα σου, αρχίζουν να μεγαλώνουν, έχουν σκοπό να σε σώσουν, να τραβήξουν με όση δύναμη έχουν τους δαίμονες σου έξω από την κόλαση σου μα όταν διασχίζουν την πύλη της καταλήγουν να προσπαθούν να σωθούν οι ίδιοι για να μην μ'αφήσουν άδεια. Έχουν ίσα περπατήσει λίγο μέσα στον δικό σου "Κάτω Κόσμο" όταν ο νους σου τους χτίζει αδιέξοδα, λαβυρίνθους, πόρτες που δεν ανοίγουν, γρίφους που δεν λύνονται, σκάλες που δεν φτάνουν πουθενά και έτσι όπως είναι, αγνοί πέφτουν ξανά στην παγίδα σου. Κοιτάνε γύρω τους, κάπου στο βάθος αναγνωρίζουν το πρόσωπο σου, ένα πρόσωπο στυγνό, ξενυχτισμένο, ένα πρόσωπο σημαδεμένο, ψάχνουν τρόπο να σε φτάσουν ή έστω να ξεγλιστρήσουν, να φύγουν από εκεί αλλά δεν υπάρχει ελπίδα. Κι ενώ είμαι αρκετά δυνατή, δεν είμαι πιο δυνατή από σένα όταν πρόκειται για το σκοτάδι. Κι ύστερα ανοίγει μία από όλες σου τις πόρτες και βγαίνει έξω ένας στρατός απ'τους δαίμονές σου, που μπορούν να κινούνται με πολλή μεγάλη ευκολία, που ξέρουν όλα σου τα παιχνίδια και πλησιάζουν τους δικούς μου. Με γρήγορες και στοχευμένες κινήσεις, τους σκοτώνουν όλους, όλους εκτός από έναν, έναν που σου μοιάζει, κάνουν ένα βήμα πίσω, η εικόνα σου μέσα μου χωρίς σκιές στα μάτια σου. Σε ξανακοιτάνε και ύστερα σε αφήνουν εκεί που κείτονται όλα τα "αδέρφια" σου-οι δαίμονες μου-τα συναισθήματά μου για σένα και χαράσσουν ένα μονοπάτι, σε αφήνουν να φύγεις γιατί δεν μπορούν να σε τιμωρήσουν. Απομακρύνονται σιγά σιγά με τον ουρανό να βρέχει αίμα,το αίμα από τον θάνατο του "έρωτα" μας. Πολύ φοβισμένος και μόνος ο δαίμονας αυτός γυρνά στην δική μου κόλαση μέσα από έναν μακρύ διάδρομο-αυτόν των αναμνήσεων μου μαζί σου , ένα μέρος φανταστικό, μέσα στο μυαλό μου και όταν πια φτάνει, έχει πολλαπλασιαστεί κατά εκατοντάδες δαίμονες που φέρουν κομμάτια μας, λόγια μου, λόγια σου και γυρνώντας ανοίγουν την πόρτα για το δικό μου σκοτάδι και πατάνε πάνω στα απομεινάρια του εαυτού μου.
Μερικές φορές κάποια ξημερώματα, όχι πάντα, ξεκουράζονται για λίγο, συλλέγοντας καθετί "κακό" που τους δίνεις και ό,τι ελπίδα μπορεί να τρέφω για μας ακόμη και το πρωί είναι έτοιμοι και πάλι να κομματιάσουν την ψυχή μου...



ά(γ)νοια.

απέχω συχνά από τον έρωτα γιατί με τρομάζει.
απέχοντας όμως, ξεχνάς.
και όταν ο έρωτας ξανάρχεται, δεν μπορείς να τον αναγνωρίσεις.
να ξέρεις όπως κι αν ένιωσα για σένα δεν ήταν ούτε για το φλερτ σου, ούτε για τα μάτια σου, ήταν γιατί μου θύμισες πως είναι, πως είναι να δίνεσαι απλόχερα, να μην νοιάζεσαι για το πως λένε τον άλλον ούτε τι θέλει, να θες μόνο εκείνη την στιγμή, να ζητάς μόνο μία στιγμή μαζί του.
με το να σου μιλήσω, θα προσπαθήσω να αμυνθώ πίσω από τις λέξεις, με το να μην σου μιλήσω προσπαθώ να αμύνομαι μέσα από τα βλέμματα.
δεν ήθελα όμως να είσαι άλλο ένα πρόσωπο που θα πρέπει να αποφεύγω, δεν ήθελα να μετράω τα λόγια μου μπροστά σου, ούτε να κρατάω τον εαυτό μου πίσω, ίσως και να ονειρεύομαι τόσο που μπλέκομαι μέσα σε αυτό και αδικώ την πραγματικότητα.
δεν θέλω να σ'αφήσω γιατί μου αρέσεις πολύ, δεν θέλω όμως να σου ζητήσω να μείνεις γιατί δεν θα σε κοιτάξω ζητώντας το.
μου έλεγαν ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν να περπατάνε, να μιλάνε, να διαβάζουν, να αγαπάνε, μαθαίνουν κιθάρα ή πιάνο ή κάποια πολεμική τέχνη, μα εγώ ξέρω, εγώ το είδα ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν να φοβούνται. έμαθα να φοβάμαι, ή με έμαθαν. και πια σε φοβάμαι. και σένα και όλους. και ας είσαι ο σωστός, δεν το ξέρω.
κοιτάζω την πόρτα μου αλλά αυτή δεν χτυπάει, κοιτάζω το κινητό μου αλλά δεν καλεί κανείς, σε κοιτάζω αλλά δεν έρχεσαι να μου μιλήσεις. τι έχασα; τι έχασα μέσα στον φόβο μου που σε άλλαξε τελείως; που ήμουν εγώ; που είμαι πάντα;

Ο Μύθος του Αρχέγονου Ημίτομου.

"Παλιά η φύση μας ήταν διαφορετική απ΄ ότι σήμερα. Τα φύλα των ανθρώπων δεν ήταν δύο, όπως είναι σήμερα, δηλαδή αρσενικό θηλυκό, αλλά υπήρχε και ένα τρίτο το ανδρόγυνο, που αποτελούνταν από διπλά όντα και συνδύαζε στην εμφάνιση τα άλλα δύο φύλα. Έτσι, το σώμα κάθε ανθρώπου ήταν στρογγυλό, είχε ολόγυρα ράχη και πλευρές, τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια και διπλά γεννητικά όργανα. Το κεφάλι, που στεκόταν πάνω σε κυλινδρικό λαιμό, το αποτελούσε ένα κοινό κρανίο πάνω από δύο πρόσωπα, ενωμένα και απαράλλαχτα μεταξύ τους, που κοίταζαν το καθένα προς αντίθετη κατεύθυνση και όλα τ’ άλλα, όπως θα µπορούσε, σε αυτή τη βάση, να φανταστεί κανείς. Μετακινούνταν όχι µόνο όρθιο, όπως τώρα, αλλά, όταν αποφάσιζε να τρέξει γρήγορα, στηρίζονταν και στα οχτώ άκρα και περιστροφικά, μετακινούνταν πολύ γοργά. Από τα φύλα, το αρσενικό ήταν γέννημα του Ήλιου, το θηλυκό της Γης και το ανδρόγυνο της Σελήνης.
Την παλιά εκείνη εποχή, η σωματική δύναμη, η αντοχή και η εξυπνάδα των ανδρόγυνων ανθρώπων ήταν τρομερή, και γι΄ αυτό είχαν απέραντη έπαρση. Τα έβαλαν, μάλιστα κάποτε με τους ίδιους τους θεούς απειλώντας τους. Αυτό που διηγείται ο Όμηρος για τον Ώτο και τον Εφιάλτη αναφέρεται σε αυτούς: τόλμησαν να κατασκευάσουν ανάβαση προς τον ουρανό για να χτυπήσουν τους θεούς!
Ο Δίας, λοιπόν, σκεφτόταν με τους άλλους θεούς πώς να τους αντιμετωπίσουν. Αν τους σκότωναν με κεραυνούς και εξαφάνιζαν το γένος τους, όπως έκαναν με τους Γίγαντες, η λατρεία και οι θυσίες των ανθρώπων θα χάνονταν. Από την άλλη όμως δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να τους ανέχονται. Έπρεπε να επινοήσουν κάποια μέθοδο για να τους υποτάξουν. Στο τέλος, ο Δίας που είχε έμπνευση είπε στους άλλους θεούς: “Μου φαίνεται ότι βρήκα ένα τρόπο να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και να παραιτηθεί από την αυθάδεια της, να γίνουν ασθενέστεροι. Θα τους κόψω σε δύο μέρη τον καθέναν. Έτσι θα γίνουν αφενός μεν ανίσχυροι, αφετέρου δε χρησιμότεροι για εμάς, αφού θα είναι αριθμητικά περισσότεροι”. Άρχισε, λοιπόν, να σκίζει τους ανθρώπους σε δύο μέρη και μετά ανέθεσε στον Απόλλωνα να τακτοποιήσει τις υπόλοιπες λεπτομέρειες. Αυτός τότε, γύρισε τα πρόσωπα και το μισό του λαιμού των ανθρώπων προς το μέρος της τομής, ώστε να βλέπουν διαρκώς το σκίσιμό τους, να φοβούνται τους θεούς και να είναι στο εξής πιο φρόνιμοι. Στη συνέχεια, τράβηξε το δέρμα απ΄ όλα τα μέρη προς το σημείο που λέγεται σήμερα κοιλιά και το και το έδεσε όπως κάνουν στα σουρωτά πουγκιά, αφήνοντας ένα στόμιο στο μέρος της κοιλιάς που λέμε σήμερα αφαλό.
Μετά, αφού εξομάλυνε τις περισσότερες ρυτίδες, έστρωσε την περιοχή του στήθους με ένα εργαλείο, σαν αυτό που έχουν οι τσαγκάρηδες για να ισιώνουν τα ζαρώματα των δερμάτων στα καλαπόδια. Άφησε όμως μερικές ρυτίδες εκεί, κοντά στην κοιλιά και στον αφαλό, για να θυμίζουν αυτό που πάθαμε κάποτε. Μετά τη διχοτόμηση, λοιπόν, του οργανισμού μας,  το καθένα μισό αναζητούσε το άλλο μισό του και πήγαιναν μαζί. Τύλιγαν τα χέρια τους ο ένας γύρω από τον άλλο και έτσι σφιχταγκαλιασμένοι, γεμάτοι πόθο να κολλήσουν ξανά μαζί, έβρισκαν το θάνατο είτε από πείνα είτε από την ανικανότητα τους να κάνουν οποιαδήποτε ενέργεια. Χωρισμένοι όπως ήταν ο ένας από τον άλλο, δε δέχονταν να κάνουν τίποτα. Όποτε το ένα μισό πέθαινε και έμενε το άλλο, αυτό που έμενε ζητούσε ένα άλλο να αγκαλιάσει, όποιο έβρισκε μπροστά του, είτε αυτό ήταν το μισό γυναίκας είτε το μισό άντρα. Και έτσι πάλι αργά ή γρήγορα χάνονταν. [...] Από τόσο παλιά, λοιπόν, ο έρωτας των ανθρώπων μεταξύ τους είναι ριζωμένος στη φύση τους, τους συνενώνει στην αρχική τους  κατάσταση και ζητάει να κάνει και πάλι να κάνει από τα δυο ένα και να επανορθώσει το πάθημα του ανθρώπινου οργανισμού.
Καθένας μας, λοιπόν, αποτελεί ένα ημίτομο ανθρώπου, σκισμένος όπως είναι από ένας σε δύο, όπως οι γλώσσες, τα ψάρια και ζητάει διαρκώς καθένας το άλλο του ημίτομο. Αν τύχει κάποτε, μάλιστα, να συναντήσει κανείς το ίδιο το πραγματικό άλλο του μισό, τότε πια η συγκίνηση και των δυο είναι μοναδική και απερίγραπτη, από το αίσθημα στοργής, κοινής καταγωγής, έρωτα. Ούτε στιγμή δεν δέχονται να αποχωριστούν. Αυτοί είναι που περνούν πιστοί μεταξύ τους ολόκληρη ζωή. Οι ίδιοι, ίσως, δε θα ήταν σε θέση καν να εκφράσουν τι είναι αυτό που θέλει ο ένας από τον άλλο. Διότι δεν μπορεί, βέβαια, να πιστέψει κανείς ότι αυτό είναι μόνο η ερωτική απόλαυση και ότι επομένως χάριν αυτής ευχαριστιούνται ο καθένας από του άλλου τη συμβίωση με τόσο σφοδρό πάθος. Κάτι άλλο είναι μάλλον -το βλέπει κανείς – αυτό που θέλει και των δύο η ψυχή, κάτι που δεν μπορεί να εκφράσει. Διαισθάνεται όμως τι θέλει και το υποδηλώνει σκοτεινά. Κι αν, την ώρα που είναι πλαγιασμένοι μαζί, ερχόταν από πάνω τους ο Ήφαιστος με τα εργαλεία του και τους ρωτούσε: “Τι είναι αυτό που ζητάτε, άνθρωποι, ο ένας από τον άλλο;” είναι πολύ πιθανό ότι δε θα ήξεραν τι να απαντήσουν. [..]
Η αιτία τούτου είναι ότι αυτή ήταν η πρωταρχική φύση μας και ότι κάποτε ήμαστε ολόκληροι. Του ολόκληρου, λοιπόν, ο πόθος και η ορμή έχει το όνομα Έρωτας. "
Πλάτωνος,Συμπόσιον



"το ξέρω ότι θα σε ξαναδώ γι'αυτό πες κάτι."


Είχε μακριά γένια και μαλλιά. Ήταν υπέρ της αναρχίας, της ανεξιθρησκείας, της αθείας, του άλφα του στερητικού, της ροκ μουσικής, του μαύρου χρώματος και του χάους. Έβαφε τα χέρια και τα ρούχα του. Είχε διαγνωστεί με μανιοκατάθλιψη και ανορεξία. Στον ψυχολόγο δεν έλεγε  πολλά, στον εαυτό του όμως ναι. Ο "έρωτας" ήταν εγκληματίας, είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη. Κανείς δεν
ήξερε για ποιο λόγο φυλακίστηκε εξαρχής αν και φήμες λένε ότι διατάραξε τα θεικά σχέδια. Είχε αποδεχτεί την μοίρα του και είχε αγκαλιάσει την τέχνη αν και ήξερε ότι κανένας δεν μπορεί να τον φυλακίσει πραγματικά. Ο έρωτας δεν γνώριζε από ισορροπία, όρους και τέλος.
Έφτιαχνε πάντα φιγούρες και πέταγε σκόρπια λόγια γύρω τους, μισοτελειωμένους διαλόγους που πάνω κάτω μπορούσες να παραφράσεις τις λέξεις τους. Θύμωνε όμως αν κάποιος έπαιρνε την πρωτοβουλία και άλλαζε το νόημα.
Εκείνη την Τετάρτη ζωγράφιζε δύο παρόμοιες φιγούρες.
Εκείνος, ξανθός, με πράσινα μάτια, προδομμένος, λίγο μετά τα είκοσι, χωρίς να ξέρει τι ψάχνει κοιτούσε μόνιμα γύρω του. Είχε μεγάλες πλάτες και τα πόδια του ήταν λίγο ανόμοια μεταξύ τους.
Έκρυβε τα πολλά λόγια και δεν έψαχνε για παράξενα νοήματα. Ακουλουθούσε πιστά τους φίλους του και πότε πότε διάβαζε για την σχολή του, δεν έπινε πολύ και δεν άκουγε ποτέ το ίδιο είδος μουσικής. Σπούδαζε στις θετικές επιστήμες για να μπορούσε να μην δίνει μόνο μία λύση σε κάθε ζήτημα και δεν διάβαζε συχνά βιβλία γιατί τον μπέρδευαν. Εκείνο τον καιρό έψαχνε μπλε μπογιά για να βάψει τις ντουλάπες του και κάποιον να μοιραστεί μαζί του τις νύχτες. Δούλευε τότε και είχε σπρώξει κάθε του πρόβλημα ανάμεσα στα τιμολόγια και τις αποδείξεις, επέλεγε να πιει και καμία βότκα μετά τις έντεκα στο ίδιο μπαράκι αλλά ποτέ δεν άναβε τσιγάρο. Ο καπνός τον ζάλιζε και έμενε μακριά από κάθε πακέτο. Είχε κάποιες σχέσεις στην ζωή του και επέμενε πως μία συγκεκριμένη γυναίκα είχε αποτυπωθεί στο μυαλό του αλλά ήξερε πως δεν είναι αλήθεια.
Εκείνη, ξανθιά με γαλάζια μάτια, πληγωμένη, λίγο πριν τα είκοσι τριγυρνούσε υποστηρίζοντας πως δεν χρειάζεται κανέναν κοντά της. Είχε χάσει ανθρώπους που αγαπούσε από απόσταση, από καρκίνο, από γηρατειά, από ατυχήματα. Όλη της η ζωή ήταν γεμάτη κακοτυχίες αλλά είχε μάθει να χαμογελάει. Για την ακρίβεια είχε μάθει μόνη της να ζει. Ήξερε ότι υπάρχουν κλισέ στον έρωτα αλλά κοιτούσε γύρω της από περιέργεια. Είχε ένα τατουάζ κάτω από τον δεξί λοβό, μία εικόνα της "χώρας του ποτέ" και ένα σημάδι στο γόνατο εκ γενετής. Με τις λέξεις τα πήγαινε καλά αλλά ποτέ δεν μπορούσε να ξεστομίσει όσες έπρεπε γιατί φοβόταν ότι οι άνθρωποι θα τρομάξουν από την αλήθεια. Οι φίλοι της ήταν πολύπλοκοι, σπούδαζε αρχιτεκτονική και σκίτσαρε συχνά κόμικ. Η μουσική της ακουγόταν στους ίδιους ρυθμούς, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της, κάπνιζε πολύ γιατί προτιμούσε να σχεδιάζει με τον καπνό όσα ήθελε και γιατί ήξερε πως δεν θα ζήσει πολλές φορές για να ρισκάρει όσα της άρεσαν. Διάβαζε συχνά και έγραφε συχνότερα, έδινε καλές συμβουλές αλλά η ίδια αδυνατούσε να λύσει τον κόμπο της ζωής της, διάλεγε λάθος ανθρώπους όταν έκανε σχέσεις και δεν είχε καταφέρει να συμβιώσει με τον άνθρωπο που πίστευε ότι ήταν για εκείνη. Εκείνη την περίοδο διάβαζε Νηλ και προσπαθούσε να αναπτύξει περισσότερο την φεμινιστική της φύση.
Την Τετάρτη εκείνη πήγε να αγόρασει καφέ και δεν χρειάστηκαν πολλές κουβέντες. Την κοίταξε και θέλησε να την κάνει δική του, κάτι η αυθάδεια της κάτι η ματιά της που έτρεχε, κάτι ο καπνός που τον φύσαγε δεξιά και αριστερά. Της μίλησε χωρίς να πρέπει. Τον κοίταξε και σκέφτηκε ότι είναι όμορφος. Χαμογέλασε και έφυγε. Την περίμενε την επόμενη μέρα. Αυτός με την ελπίδα ότι θα την γνωρίσει και αυτή μ'ένα ακόμη τσιγάρο στο στόμα. Δεν ήξερε πολλά για εκείνον όταν άρχισε να τον χρειάζεται. Έδωσαν τα χέρια και αντάλλαξαν ονόματα. Ήξεραν ότι αυτή είναι η αρχή. Συναντήθηκαν. Τυχαίες οι ώρες, τυχαίες οι αφορμές, ακόμη πιο τυχαία τα πρόσωπα. Εκείνος μετρούσε τα αγγίγματα του και εκείνη τα λόγια της. Κανένας τους δεν είχε παρελθόν αλλά είχαν ο ένας τον άλλον. Περνούσαν τα βράδια τους βιαστικά γιατί εκείνος είχε πρωινό ξύπνημα και εκείνη διάβασμα. Της υποσχέθηκε να την βοηθήσει. Εκείνος έγραφε σε κόλλες μαθηματικούς τύπους και εκείνη ερωτευόταν τα χέρια του. Τον φοβόταν και πήγαινε κόντρα στους φίλους του. Αυτός την ποθούσε και κάθε του βράδυ άγγιζε τον εαυτό του σκεφτόμενος την στην αγκαλιά του. Κοιμόταν ύστερα γράφοντας της μία καληνύχτα στο κινητό του. Ένα μεσημέρι της είπε πως είναι ευτυχισμένος αλλά εκείνη έκανε πίσω. Του ζήτησε να μην την πληγώσει, τον άφησε να δει τον εαυτό της πραγματικά, πίσω από τις μάσκες, χωρίς τις άμυνες, ολοκάθαρα και στεγνά. Της υποσχέθηκε ότι θα πάνε να δουν τον Sivert Hoyem το βράδυ που θα 'χε ρεπό και εκείνη σιωπούσε που ήξερε ότι μπορεί να του μιλά μόνο τις νύχτες και στα κλεφτά αλλά συμβιβαζόταν γιατί έψαχνε καιρό να τον βρει. Κανένα άλλο όνομα δεν τριγυρνούσε στο κεφάλι της και κανένα άλλο πρόσωπο δεν τον συγκινούσε. Ένα βράδυ συναντήθηκαν κάτω από μισόσβηστα φώτα, εκείνη με την αλήθεια της ολόγυμνη, εκείνος με την καρδιά του να χτυπά και μιλούσαν για την ζωή. Εκείνος την κοίταζε στα μάτια και εκείνη φλυαρούσε διαρκώς με τις παλάμες της να έχουν ιδρώσει. Ήταν τρεις και μισή το πρωί όταν την φίλησε για πρώτη φορά, ένα φιλί τρυφερό και διαρκές, ένα φιλί που το ακολούθησαν άλλα πολλά. Εκείνος ένιωθε κουρασμένος αλλά εκείνη ελεύθερη. Της ζήτησε να μοιραστεί μαζί του τον εαυτό της και εκείνη αισθάνθηκε ανήμπορη να αρνηθεί. Κάθε φορά, σε κάθε φιλί φοβόταν πως θα γυρίσει την πλάτη του και θα φύγει αλλά εκείνος ήταν εκεί, να της μιλά, να την χαιδεύει, να την ζηλεύει και να την κερνάει λίγο ακόμη έρωτα. Προσπάθησε να κρατήσει μακριά τα ξένα λόγια και τα ξένα βλέμματα αλλά εκείνος τους χρειαζόταν τους φίλους του για να του θυμίζουν ποιος είναι. Ένα βράδυ που δεν συναντήθηκαν, οι άνθρωποι που είχε στην ζωή του ζωγράφισαν ένα άλλο πρόσωπο για εκείνη, έβαλαν αρκετό αλκοόλ στο ποτήρι του και αρκετά ψέματα στο κεφάλι του και αυτός αποφάσισε να χτυπήσει την κλακέτα για τους τίτλους τέλους χωρίς να κοιτάξει πίσω. Σταμάτησε να απαντάει στα τηλέφωνα και στα μηνύματα, δεν τον συγκινούσαν τα λόγια αγάπης. Όταν έμενε μόνος του περπάταγε μέχρι το σπίτι της αλλά δεν χτύπαγε ποτέ την πόρτα, καλούσε το νούμερο της αλλά ποτέ δεν το άφηνε να χτυπήσει, έκλαιγε στα βουβά αφού είχε γεμίσει το κρεβάτι του με άλλες γυναίκες και σταμάτησε να της μιλάει. Την κοιτούσε μόνο όταν εκείνη δεν το πρόσεχε, την αναζητούσε χωρίς εκείνη να το μάθει, την σκεφτόταν χωρίς να το παραδέχεται. Εκείνη συνέχισε να γράφει, να καπνίζει και να αναζητά ένα λόγο που δεν είναι μαζί του. Άκουγε στην φωνή του Hoyem την δική του και δάκρυζε που δεν πήγαν ποτέ σε αυτή την συναυλία. Έλεγε στην αδερφή της πως εκείνος την κούρασε, την γέλασε και τώρα χορεύει στα συντρίμμια της. Εκείνος έλεγε ότι δεν την χρειάζεται και ότι δεν σήμαινε τίποτα πια. Δεν ήταν αυτό που έψαχνε, μπορεί έτσι να του είχε φανεί αρχικά αλλά δεν ήταν. Έλεγε πως στην ζωή του δεν υπήρχε χώρος για κείνη, δεν υπήρχε συγχρονισμός στους ρυθμούς τους, δεν υπήρχε χημεία στον έρωτα τους και μετά έκλεινε τα μάτια και άλλαζε θέμα σαν εκείνη να μην πέρασε ποτέ από τα χέρια του.
Αν τους πετύχεις κάπου εκείνη θα μιλά διαρκώς και θα πετάει την στάχτη από το τσιγάρο της και αυτός θα πίνει φρέντο εσπρέσσο και θα παίζει χαρτιά. Σε διπλανά τραπέζια. Δεν θα ανταλλάσσουν βλέμματα και θα αποφεύγουν ο ένας τον άλλον σαν να μην γνωρίστηκαν ποτέ αλλά το φλιτζάνι της θα δείχνει την φιγούρα του και τα χαρτιά του θα δείχνουν την δική της.
Γιατί ο έρωτας σήμερα Κυριακή μετά από δυόμιση μήνες κρέμασε αυτό του τον πίνακα και άλλαξε καμβά για να σχεδιάσει το μέλλον τους.