Η βαλίτσα της Απώλειας

 -Αυτά νομίζω είναι αρκετά για το ταξίδι μου. Τίποτα τελευταία λόγια που θέλεις να ανταλλάξουμε;

-Τι έχεις πακετάρει;

-Ωχού, έχω πακετάρει αρκετά σου λέω. Βασικά τα απολύτως απαραίτητα. 

-Αυτή η μικρή κίτρινη τσάντα τι έχει;

-Α! Εδώ έχω πακετάρει τον θυμό μου. Δυσκολεύτηκα λίγο να τον συμπιέσω γιατί κανονικά έπιανε αρκετό χώρο αλλά με μερικές παραπάνω ανάσες τα κατάφερα. 

-Και η μωβ σακούλα τι είναι; Είναι απαραίτητη; 

-Ναι ρε συ. Δεν είναι μία η μωβ σακούλα, είπα και σήκωσα μερικές τσάντες για να της δείξω ότι υπήρχαν και άλλες μικρές μωβ σακούλες. 

-Χρειάζεσαι τόσες πολλές μωβ σακούλες; Τι περιέχουν;

-Περιέχουν τον θρήνο μου αυτές! Είναι πολλές γιατί ο θρήνος μου έρχεται σταδιακά και σε μικρές δόσεις. Δεν γινόταν να μην πακετάρω τον θρήνο μου. Αν μη τι άλλο, τον χρειάζομαι. 

-Χμ....Τι άλλο έχεις πάρει;

-Λοιπόν, εδώ στην δεύτερη πτυχή της βαλίτσας αν ξεκουμπώσουμε το φερμουάρ θα δεις την θλίψη μου. Δεν χωρούσε δυστυχώς σε κάποια συσκευασία και έτσι την πέταξα αυθόρμητα σε όλη αυτή την επιφάνεια. 

-Δεν φοβάσαι μην χυθεί προς τα έξω;

Σκέφτηκα ότι είχε δίκιο γιατί όντως η θλίψη έσταζε παντού, μέσα και έξω από την βαλίτσα και είχε αφήσει στάμπες σε όλο το εσωτερικό ύφασμα. 

-Μα ούτως ή άλλως δεν μπορώ να κρατήσω την θλίψη σε ένα σημείο. Έτσι κάνει, χύνεται παντού, της είπα και έκλεισα την δεύτερη πτυχή της βαλίτσας. Άγγιξα με τα χέρια μου μερικές σταγόνες θλίψης καταλάθος και τις σκούπισα στο άλλο κομμάτι της βαλίτσας. 

-Τι άλλο έχεις πάρει; Ανησυχώ ότι κάτι ξέχασες!

-Ωχού, λοιπόν κοίτα! Βλέπεις όλα αυτά τα εκατοντάδες κομμάτια που βρίσκονται διάσπαρτα στην βαλίτσα;

-Ναι, μου είπε. 

-Αυτός είναι ο πόνος μου. Δεν είχε νόημα να τον βάλω σε κάποια συσκευασία γιατί ούτως ή άλλως βρισκόταν παντού μέσα μου και σε όλο το διαμέρισμα μου. Προσπαθώ μέρες να τον καθαρίσω αλλά εμφανίζεται ξανά. Έχεις κάτι να μου συστήσεις να απομακρύνω τον πόνο;

Σταύρωσε τα χέρια της και με κοίταξε. 

-Δεν νομίζω ότι υπάρχει αποτελεσματικός τρόπος. Αλλά μπορείς σίγουρα να τον μαζέψεις σε ένα σημείο, να τον κουλουριάσεις, να τον τυλίξεις με ένα ύφασμα και να τον βαφτίσεις "είμαι καλά". Έτσι ο κόσμος δεν θα ξέρεις ότι τον έχεις και όποτε σε ρωτούν τι έχεις, θα λες ότι είσαι καλά.

-Η ιδέα σου είναι καταπληκτική. Και έτσι όχι μόνο ψέματα δεν θα λέω, αλλά δεν θα τον έχω χάσει κιόλας. Γιατί ξέρεις.. Δεν ήθελα να τον διώξω. Χωρίς αυτόν, δεν ξέρω ποια είμαι. 

-Ναι το καταλαβαίνω, λογικό. Τις άλλες που τις έχεις;

-Λοιπόν νομίζω ότι είμαι έτοιμη να την κουβαλήσω. Κάτσε να δω αν κλείνει, είπα και έκατσα πάνω στην βαλίτσα. Αγκομάχησα λίγο αλλά τα κατάφερα. Την τράβηξα από το χερούλι, κάνοντας μερικά βήματα προς το καθιστικό. 

-Μήπως κάτι ξεχνάς;

Μία φωνή ακούστηκε και γύρισα προς το μέρος της. Μία καχεκτική, αδύνατη γυναικεία φιγούρα με συνοφρυωμένο ύφος με κοίταξε. 

-Ποια είσαι πάλι εσύ; Πως μπήκες στο σπίτι μου; της είπα. 

-Κάνεις πως δεν με ξέρεις; Έλα άνοιξε την βαλίτσα, θα με πάρεις μαζί σου, μου είπε με θράσος. 

-Γιατί; Σε ξέρω και από χθες; 

-Ναι βασικά, με ξέρεις από πάντα. Όλοι σου έλεγαν ότι κρατάω λίγο αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έχω φύγει από κοντά σου. Έλα τώρα, άνοιξε την βαλίτσα, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας. 

Την κοίταξα ενοχλημένη. 

-Στα αλήθεια κάνεις πως δεν με ξέρεις, ε; Εγώ είμαι μαζί σου όταν τρως, γιατί πρέπει να μην σε αφήσω να το ευχαριστηθείς, εγώ είμαι μαζί σου όταν ξαπλώνεις στο κρεβάτι γιατί από που και ως που εσύ να μπορείς να κοιμηθείς, εγώ είμαι μαζί σου αν τολμήσεις να χαρείς, εγώ είμαι μαζί σου από εκείνη την μέρα. Εγώ είμαι μαζί σου όλη σου την ζωή, καλή μου γιατί ευτυχώς μας σύστησαν όταν ήσουν μικρή. Νομίζω η κυρία Κοινωνία, αχ δεν θυμάμαι!

-Είσαι στα αλήθεια εσύ;

-Ναι, μου είπε και με κοίταξε ξανά με θράσος. Εγώ είμαι και δεν θα τα καταφέρεις να με αφήσεις πίσω σου. Έλα τώρα συντόμευε. 

Άφησα την βαλίτσα και της χίμηξα. "Πως τολμάς" της φώναζα και την χαστούκισα στο πρόσωπο. Ύστερα ένιωσα ένα πόνο στο μάγουλο μου. "Φύγε από δω μέσα" της είπα και την γρονθοκόπησα μα αίμα ξεκίνησε να τρέχει από την δική μου μύτη. Ένιωσα ένα χέρι να με σταματάει. 

-Φτάνει! Δεν καταλαβαίνεις;

Σταμάτησα και κοίταξα γύρω μου. Εκείνη δεν ήταν εκεί. Σκούπισα την μύτη μου και αναστέναξα. 

-Τι να καταλάβω;

-Γλυκιά μου, την έχεις πακετάρει ήδη την ενοχή. Βασικά ήταν η πρώτη που πήρες μαζί σου. Μην την παλεύεις τώρα γιατί μόνο τον εαυτό σου πληγώνεις. 

Αναστέναξα. 

-Ναι τώρα το θυμήθηκα ότι την έχω πάρει μαζί μου. Πειράζει όμως που προσπάθησα να την αφήσω πίσω; Την είδες πόσο ενοχλητική είναι. 

-Έλα δεν έχεις πολύ χρόνο. Προχώρα...

Φτάσαμε μέχρι την εξώπορτα. Εκεί είχα ήδη αφήσει τις δύο προηγούμενες βαλίτσες μου. 

-Πως θα τα κουβαλήσεις όλα αυτά, δεν αφήνεις τίποτα πίσω;

-Αδύνατον. Ειδικά αυτές οι δύο βαλίτσες μου είναι απαραίτητες. Βασικά όλες μου είναι απαραίτητες. 

-Γιατί; Τι έχεις εδώ; Α καλέ αυτή εδώ κουνήθηκε, μου είπε και απομακρύνθηκε από την πιο πλατιά και φαρδιά βαλίτσα. 

-Κοίτα, η τελευταία που έφτιαξα είναι πολύ βαριά. Σχεδόν ασήκωτη και δεν ξέρω πως θα την κουβαλήσω. Την ονομάζω "Απώλεια". Την κουβαλώ για χρόνια την "Απώλεια". Αυτή που βλέπεις εδώ, είναι πολύ πολύτιμη για μένα. Κινείται πάντα γιατί κουβαλάει τις Αναμνήσεις μου. Οι Αναμνήσεις μου παίζουν συνέχεια σε ένα ασταμάτητο περιοδικό κύκλο μα με ακανόνιστη σειρά. Εδώ είναι όλο μου το παρελθόν και εδώ μέσα ζουν όλοι μου οι άνθρωποι και είναι πιο ζωντανοί από ποτέ, στο υπόσχομαι! Μα αυτή η βαλίτσα δεν είναι βαριά. Η τελευταία μου βαλίτσα περιέχει την Αγάπη. Την Αγάπη που μου έδωσαν οι άνθρωποι μου, την Αγάπη που τους έδωσα όσο ζούσαν, την Αγάπη που δεν ξέρω πια που να την στείλω τώρα που εκείνοι ταξιδεύουν. Όπως καταλαβαίνεις, αυτή η βαλίτσα είναι η άγκυρα μου για την ζωή. 

-Ναι αλλά έχεις δύο βαλίτσες που χρειάζεσαι και μία που θέλεις να ξεφορτωθείς. Γιατί να τις κουβαλήσεις όλες μαζί στο ταξίδι σου;

-Γιατί δεν μπορώ να κάνω αυτό το ταξίδι χωρίς τις άγκυρες μου για την ζωή, δεν θα αντέξω, θα σκοτωθώ. Και δεν μπορώ να ξεφορτωθώ την τρίτη βαλίτσα γιατί όλα όσα περιέχει είναι πλέον κομμάτι μου. 

-Τίποτα τελευταία λόγια πριν φύγεις;

-Ναι. Σου αφήνω να προσέχεις την ψυχή μου όσο λείπω. Φρόντισε να μην πληγωθεί πολύ, να της παίζεις την μουσική που της αρέσει, να της μαγειρεύεις όσα θέλεις και να της υπόσχεσαι ότι μόλις γυρίσω θα την πάω ταξίδια. 

-Εντάξει, θα προσπαθήσω. 

-Σε αφήνω τώρα, ξεκινώ το ταξίδι του Πένθους. Θα είναι μακρύ και δεν ξέρω πότε θα γυρίσω, τώρα που τους έχασα όλους. 

Δεν έχει σημασία να σας αναφέρω πού στεκόμουν
γιατί ο χωροχρόνος ήταν κλέφτης και άλλαζε μορφές.
Πέρασαν πολλοί άνθρωποι από μπροστά μου και πολλά τσιγάρα από τα χέρια μου.
Ένα απόγευμα, μία γυναίκα με ταπεινά ρούχα σταμάτησε χαμογελώντας.
Πίσω από την φούστα της κρυβόταν
ένα μικρό πρασινομάτικο παιδί που τα μάτια του έλαμπαν τόσο που ο ήλιος ντρεπόνταν να εμφανιστεί.
Πρώτα η γυναίκα, μετά το παιδί άγγιξαν το πρόσωπο μου και έφυγαν μέσα από ένα λασπωμένο μονοπάτι.
Ενώ γύρισα να τους κοιτάξω που έφευγαν, μου φάνηκε σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Ήταν η Eλπίδα και το Όνειρο.
Μετά από μέρες μου ζήτησε φωτιά ένα πολύ περίεργο ζευγάρι.
 Μιλούσαν μεταξύ τους για πολλή ώρα για τα ανθρώπινα δεινά
σαν να μην ήμουν ακριβώς μπροστά τους και για το πώς ο κόσμος μοιάζει πολύ όμορφος και γοητευτικός όταν ντύνεται στα μαύρα, πως τότε σε αυτή την πανδαισία των χρωμάτων δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από την ψυχή σου, αυτό άκουσα. Φεύγοντας από το παγκάκι, στάθηκε δίπλα μου ο άντρας και τα μάτια του έσκαψαν ένα τούνελ μέσα μου.
Όταν έφυγαν η Αγωνία και ο Φόβος, σκοτείνιαζε λιγότερο.
Αγόρασα χαρτί και μελάνι. Τα χέρια μου έτρεμαν και πλέον όσα μπορούσα παλιά να χτίσω στο χαρτί, δεν τα ζήλευα. Ώσπου ήρθε μία μέρα που με πλησίασε μία κοπέλα με γκρίζα μαλλιά, μέτρια σε ανάστημα. Είχε κρεμασμένο στο λαιμό της μ'ένα μικρό κορδόνι ένα ζευγάρι γυαλιά και στα ρούχα της υπήρχε σκόνη. Με ρώτησε τί νιώθω όταν κοιτάζω τα μάτια σου. "Βλέπω ένα παιδί, ένα αθώο και άκακο παιδί στο σώμα ενός άνδρα. Βλέπω μέσα από το σκούρο των ματιών του ό,τι νιώθει, σαν ένας διάφανος καθρέφτης. Δεν υπάρχουν μυστικά, ψέματα, δεν υπάρχει καν ειλικρίνεια. Δεν υπάρχει τίποτα εκτός από εκείνον. Χάνω τα πάντα όταν είμαι μαζί του. Και ρισκάρω όσα μπορούσα να έχω." Η Ηθική με χαστούκισε και έφυγε μουρμουρίζοντας.
Εκείνο το βράδυ έκανα έρωτα μαζί σου χωρίς να χρειαστούν λόγια και είναι σαν να μην ήμουν εκεί ή σαν να άφησα το είναι μου εκεί, μαζεύοντας το πρωί τα ρούχα μου μάλλον βιάστηκα αρκετά και ξεχάστηκα πίσω.
Την μέρα που ήρθε υπήρχαν μόνο σύννεφα, παντού σύννεφα, ένα μικρό συνονθύλευμα λευκού με γαλάζιο απλωνόταν από τον ουρανό μέσα μου, στο έδαφος και πάλι πίσω. Τον δρόμο διέσχισε προς το μέρος μου μία γυναίκα με σημάδια στο πρόσωπο, κρατούσε ένα μπουκάλι αλκοόλ και το κορμί της έμοιαζε να μην την αντέχει. Ήταν φτωχή και μόνη. Της κράτησα συντροφιά με κάποια τραγούδια  που θυμόμουν και κάτι παρηγορητικά λόγια που μου είχαν ξεμείνει μα εκείνη μόλις της είπα το όνομα μου, τρόμαξε. Ακούμπησε τα μάτια μου και ήπιε από το μπουκάλι της σαν να έπινε μαζί όλα τα δάκρυα που μου έχουν ξεγλιστρήσει ποτέ.
 "Λύπη, μου είπε, με λένε Λύπη." Κι έφυγε σιωπηλά.
Είχε μόλις αρχίσει να με παίρνει ο ύπνος όταν φωνές με τάραξαν. Τους κοίταξα.
Τα ρούχα του ήταν βρώμικα και γεμάτα αίμα. Οι γωνίες στο πρόσωπο του έντονες, το βλέμμα του επιθετικό. Με τις λέξεις του έκοβε την ζωή σε κομματάκια και τα σκόρπαγε από το μπαλκόνι του αλλά εκείνη τον κοιτούσε με δύο μάτια καλοσύνης, δύο μάτια θλιμμένα αλλά ήρεμα, σαν να τον είχε μάθει πια και να μην την κούραζε.
Μας έμοιαζαν.
Εκείνη απάνταγε στα σκληρά του λόγια με προσευχές και μετάνοιες και κάθε τόσο κοιτούσε τα δύο της μωρά στο καρότσι. Τί περίεργα δίδυμα! Το ένα τους με κοίταζε συνέχεια με τα μάτια του διάπλατα τόσο που αναρωτήθηκα αν η αθωότητα και η πονηριά μπορούσαν να συνυπάρξουν. Αυτός ήταν ο έρωτας. Δίπλα του προσπαθούσε να κοιμηθεί αλλά στριφογύριζε η αδιαφορία. Το πρόσωπο της ήταν ελαφρά παραμορφωμένο και το σώμα της ατροφικό. Η Αγάπη έσκυψε να τα σκεπάσει ενώ το Μίσος άναβε τσιγάρο. Τότε με κοίταξε. "Έμαθες να μισείς θανάσιμα για να μπορείς να αγαπάς." Την ώρα που έκαναν να φύγουν το κορμί μου λύγισε στα δύο.
Τότε με κράτησε από τους ώμους ένας άντρας. Τα χέρια του παγωμένα. Τον είχα ξαναδεί αυτόν τον άνθρωπο. Δεν θα μπορούσες να τον ξεχάσεις αν τον είχες δει. Αυτή την σκληρή του τρυφεράδα. Με έβαλε να καθίσω και καθώς προχώρησε να φύγει με κοίταξε. Μ'ένα του νεύμα πίσω του αντίκρισα όλους τους ανθρώπους που είχε πάρει από την ζωή μου τα τελευταία χρόνια. Ποτέ μου δεν του έδειξα ότι τον φοβάμαι, κάθε φορά τον κοίταζα κατάματα και αυτός για να με εκδικηθεί που άντεχα τον πόνο έφερνε όλο και περισσότερο χαμό, απώλεια ή πόνο  αλλά εγώ αρνούμουν να παραδοθω΄. Ύστερα άνοιξε τα χέρια του, τους έκλεισε όλους μαζί σε μία τεράστια αγκαλιά και εξαφανίστηκε. Μα πρόλαβα να δω τα πρόσωπα τους που ποτέ δεν μπορούσε να αφαιρέσει ολοκληρωτικά από τις σκέψεις μου. Νομίζω τον είχα κερδίσει. Γιατί τον δεχόμουν χωρίς τρόμο με τον μανδύα της επόμενης ζωής φορεμένο στην πλάτη του και την σκέψη ότι ήταν πολύ καλός στην δουλειά του.
Ο Θάνατος στην τελική δεν ήταν κακός.Εγώ όμως ήξερα. Ότι ο θάνατος δεν ήταν άντρας, ήταν κατάσταση του μυαλού μου και γι αυτό όταν με βρήκε κενή, ουσιαστική με έβλεπε ανίκητη. Πώς να κλέψεις κάτι από κάποιον που δεν έχει τίποτα και κανέναν;
Οι μέρες λιγόστευαν, οι νύχτες βάραιναν και ένιωθα τον καπνό στα πνευμόνια μου να μου στερεί ανάσες, πλέον αντιλαμβανόμουν μόνο ό,τι μου πρόσφεραν οι αισθήσεις μου. κρύο, ζέστη, πείνα, νύστα, ησυχία, μέχρι που ένα απόγευμα στάθηκε μπροστά μου.
Ήταν τόσο όμορφη, τόσο όμορφη που έμοιαζε ευτυχισμένη, έκατσε δίπλα μου. "έχεις σκεφτεί ποτέ το όνομά σου; Αναστασία" μου είπε. Τα ξανθιά της μαλλιά ανέμιζαν όπως γινόταν στα πρώτα ραντεβού μου μαζί σου και τα μάτια της, τα μάτια της ήταν ατάραχα, είχα ξεχάσει πόσο ατάραχα ήταν. Το κορμί μου έμοιαζε να μ'εγκαταλείπει αλλά κοιτώντας το δικό της κατάλαβα γιατί μ'αγάπησες τόσο. Εκείνη δεν ήταν άδεια, δεν ήταν σημαδεμένη, ή νεκρή. Ήταν εκεί, ζωντανή, ομιλητική, έξυπνη, ερωτική, θαρραλέα, ούτε και ξέρω αν έφερε κάποιος έναν καθρέφτη και έβλεπα τον εαυτό μου ή αν όντως ήμουν εκεί σαν κάποιου είδους αστρική προβολή με κάποιο περίεργο σαδιστικό ανθρώπινο παιχνίδι ή με κάποιο μαγικό θεικό σχέδιο αλλά πάντα ήθελα να με γνωρίσω. όταν σηκώθηκε να φύγει , μ'εγκατέλειψε και ο ίδιος μου ο εαυτός. Μη έχοντας τίποτα...έκλεισα τα μάτια μου μέχρι να ξοδευτεί όλος ο χρόνος.






















ραφες και κοψιματα




"ακομη κι η αγαπη εχει τελικα οριο.
το αν αγαπας αρκετα τον αλλον και ακριβως τοσο οσο για να σαι ζωντανος.
καμια φορα ξεχνας πως για να αγαπας αλλους, πρεπει βασικα να υπαρχεις εσυ.
εστω εσυ.
εστω οι αλλοι.
εστω ο ερωτας.
απλα μαθηματικα.
και μαλιστα το ποσο αγαπας τον αλλον θα φανει στο ποσο θελεις
να μοιραστεις μαζι του τον εαυτο σου
, ποσο του εμπιστευεσαι την καρδια και το μυαλο σου.
τοσο οσο. "

"Are you ready to play the game?"


Κοιτάω εδώ και ώρα τις φλόγες
που τρεμοπαίζουν στο τζάκι απέναντι μου,
τα χέρια μου γράφουν και σβήνουν συλλαβές,
στο τραπέζι μου ένα ποτήρι με ουίσκι σκέτο,
δύο τσιγάρα στριφτά, έτοιμα,
μέσα μου μόνο τα λάθη μου και τα σωστά.
"Πού θα αποχαιρετίσεις τον χρόνο που μας πέρασε;" 
Εγώ από την πρώτη στιγμή ήθελα λίγο χρόνο με τα φώτα,
τα χρώματα, τον εαυτό μου, τους γρίφους μου.
Λένε πως αφήνεις πίσω σου τα πάντα,
τα καις μαζί με το πέρασμα από τις δώδεκα στις δώδεκα και ένα
αλλά δεν την πατάω πια,
πέρυσι τίποτα δεν ξεχάστηκε,
τίποτα δεν συγχωρήθηκε,
ήμουν ο ίδιος άνθρωπος
στις δώδεκα
και
ο ίδιος άνθρωπος στις δώδεκα και ένα,
τα ίδια κρίματα είχα,
τα ίδια πράγματα ζητούσα,
απ'τους ίδιους φόβους κρυβόμουν.
Θα 'λεγα ότι είναι "σοφό" να γνωρίζεις τους φόβους σου.
Ο φετινός χρόνος τώρα,
μισή ώρα προτού αλλάξει,
με έμαθε ότι φοβόμουν κάτι χωρίς να το ξέρω,
τον εαυτό μου.
Τα όρια μου.
Τόσα χρόνια και δεν λύγισα μια φορά, σε κάτι,
να είμαι λάθος,
να με δείχνουν με το δάχτυλο
και να με κουτσομπολεύουν οι δικοί μου άνθρωποι σε άλλους δικούς
τους σαν ένα παράδειγμα τύπου
 "πρόσεχε, κοίτα τι έπαθε η φίλη μου η τάδε..".
Και τώρα, τώρα τους ξάφνιασα όλους,
μαζί και τον εαυτό μου,
τα ρίσκαρα όλα μαζί
και τον εαυτό μου
και τα 'χασα όλα
και τον εαυτό μου
ακόμη.
Στάθηκα δίπλα σε όλους,
υποστήριξα λάθη για σωστά και το ανάποδο,
ήμουν ο ώμος που θα έκλαιγε κανείς αλλά στο τέλος...
"Πώς μπόρεσες να κάνεις τόσο κακό σε σένα;"
Κατάλαβα ότι με φοβάμαι
γιατί δεν με ήξερα
και το περίεργο είναι πως
ούτε τώρα με ξέρω,
ξέρω πώς ήμουν μαζί του,
πώς είναι να αγαπάς αυτόν τον άνθρωπο,
αυτόν τον γλάρο όπως συνήθιζα να τον λέω,
τον γλάρο της ψυχής μου..
Πόσο σίγουροι είμαστε ότι ξέρουμε τους εαυτούς μας τελικά;
Όταν λέμε "εγώ είμαι ευαίσθητη" ή "εγώ είμαι επιπόλαιη";
Μήπως τελικά είμαστε όλα τα πράγματα,
όλα τα επίθετα,
όλες οι καταστάσεις που ποτέ δεν θα φανταζόμασταν πως είμαστε;
Απ'όσα έμαθα από τον εαυτό μου
 και από τους εαυτούς σου
και έμαθα πολλά,
πίστεψέ με, φέτος,
μπορώ μόνο να αναρωτηθώ
πόσα ακόμη παράδοξα επιφυλάσσει το
"δώδεκα και ένα"...
Το ρολόι δεν κάνει την αλλαγή,
έξω θα συνεχίσει να χιονίζει θλιβερά,
μέσα οι φλόγες θα συνεχίζουν να παίζουν μοναχές τους,
 ο Ludovico Einaudi θα συνεχίσει να μιλά στην ψυχή μου για σένα με την μελωδία του
και μία ακόμη νύχτα θα φύγει έτσι απλά, καλωσορίζοντας μία νέα μέρα...





Δεν μπορώ να αντέξω πια τον εξευτελισμό που καταλάθος ονομάσαμε έρωτα.



Κρατάω ακόμη το κορμί μου όρθιο λες και πιστεύω ότι μπορεί να με δεις έτσι, όταν είμαι μόνη μου, κρατιέμαι να μην κλάψω, να μην δείξω πόνο, να μην μετρήσω τις ανάσες μου και όλα αυτά όταν είμαι μόνη μου. Ήθελα κάθε φορά που βρίσκομαι μόνη με τις σκέψεις και τους φόβους μου να νιώθω πως τα αξίζεις όλα αυτά, από την πρώτη στιγμή αυτό σκεφτόμουν, πάσχιζα να με πείσω ότι είναι σωστό, ότι είσαι σωστός, ότι αγαπιόμαστε. Αλλά εμείς μωρό μου, εμείς δεν είμαστε τίποτα παρά ένας θίασος έρωτα, μία παράσταση που έκλεισαν να δούν κάποιοι άλλοι, εμείς δεν αγαπηθήκαμε, όχι δεν αγαπηθήκαμε. Μόνο μίσος τρέφαμε, τρέφουμε, μίσος και εγωισμό. Με πατάς κάτω και έπειτα χαμογελάς. Το λάθος μου ήταν να πιστέψω ότι τα λόγια σου μετά, οι συγγνώμες που εσύ έκανες θρύψαλλα, ήταν αλήθεια, δεν ήθελα να δεχτώ ότι δεν μπορείς να με χάσεις γιατί δεν θα ξέρεις τι να μισείς, γιατί εγώ δεν σου θυμίζω τον καλό σου εαυτό, αντιθέτως σου θυμίζω τα χειρότερα του παρελθόντος σου. Και πρέπει να με μισείς για να μπορείς κάποια στιγμή να αγαπήσεις. Βέβαια εμείς δεν είμαστε το ίδιο με τους ανθρώπους που αγαπήθηκαν, προσπάθησαν να διώξουν ο ένας τον άλλον και αγαπήθηκαν περισσότερο. Εμείς τολμήσαμε να αγαπηθούμε αλλά δεν γινόταν και από τότε μόνο να μισούμε ο ένας τον άλλον μπορούμε. Πλέον δεν ξέρω αν με το να σε τιμωρώ, τιμωρώ εμένα. 

"Κόλαση;"

Λένε ότι μία σχέση συνήθως την χαρακτηρίζει κι από κάτι. Άλλοτε η ζήλεια, άλλοτε ο εγωισμός, άλλοτε η ανυπόφορη αγάπη. Πολλές φορές δηλαδή τους ίδιους τους ανθρώπους που επιχειρούν να ξεκινήσουν ή που πρωταγωνιστούν σε μία σχέση, τους σημαδεύει κι από κάτι, είναι σαν να παλεύουν ο καθένας με τους δαίμονες του και να προσπαθούν να τους πείσουν να συνυπάρξουν αρμονικά με του άλλου ανθρώπου.

Οι δικοί μου δαίμονες λέγονται "αφέλεια", μικροσκοπικοί και αδύναμοι, υπηρέτες μίας αφέλειας πως μ'αγαπάς ή πως θα μ'αγαπήσεις, μίας αφέλειας παιδικής, μίας αφέλειας σε όλο της το μεγαλείο. Δίνουν τα χέρια τους και περπατάνε ο ένας δίπλα στον άλλον σαν ένα μεγάλο τρενάκι με πολλά βαγόνια, είναι τόσο ευκολόπιστοι και απονήρευτοι. Αλλά οι δικοί σου δαίμονες δεν είναι αφελείς, είναι πονηροί, πελώριοι, πέρα για πέρα αληθινοί, απέθαντοι. Βάζουν τα σώματά τους το ένα δίπλα στο άλλο και χτίζουν ένα τείχος γιγάντιο και γερό. Οι δικοί μου δαίμονες τρέφονται από τις ανάγκες μου, τα κενά μου και την ελπίδα μου να σ'αγγίξω, που όσο κι αν δυναμώσουν ποτέ δεν θα μπορούσαν να βλάψουν κάποιον άλλον πέρα από μένα, οι δικοί μου δεν έχουν εκπαιδευτεί για να πολεμούν. Τους δικούς σου τους τρέφεις με τους φόβους, τα αδιέξοδα και τα μπερδέματά σου, πολεμιστές από πρώτο χέρι.
Κάθε μέρα γίνεται το ίδιο περίεργο πράγμα...κάπως βρίσκομαι κοντά σου και άθελα μου σέρνω τους δαίμονες μου στην δική σου κόλαση. Όταν προχωρούν κατά μήκος του καθαρτηρίου μέσα σου, αρχίζουν να μεγαλώνουν, έχουν σκοπό να σε σώσουν, να τραβήξουν με όση δύναμη έχουν τους δαίμονες σου έξω από την κόλαση σου μα όταν διασχίζουν την πύλη της καταλήγουν να προσπαθούν να σωθούν οι ίδιοι για να μην μ'αφήσουν άδεια. Έχουν ίσα περπατήσει λίγο μέσα στον δικό σου "Κάτω Κόσμο" όταν ο νους σου τους χτίζει αδιέξοδα, λαβυρίνθους, πόρτες που δεν ανοίγουν, γρίφους που δεν λύνονται, σκάλες που δεν φτάνουν πουθενά και έτσι όπως είναι, αγνοί πέφτουν ξανά στην παγίδα σου. Κοιτάνε γύρω τους, κάπου στο βάθος αναγνωρίζουν το πρόσωπο σου, ένα πρόσωπο στυγνό, ξενυχτισμένο, ένα πρόσωπο σημαδεμένο, ψάχνουν τρόπο να σε φτάσουν ή έστω να ξεγλιστρήσουν, να φύγουν από εκεί αλλά δεν υπάρχει ελπίδα. Κι ενώ είμαι αρκετά δυνατή, δεν είμαι πιο δυνατή από σένα όταν πρόκειται για το σκοτάδι. Κι ύστερα ανοίγει μία από όλες σου τις πόρτες και βγαίνει έξω ένας στρατός απ'τους δαίμονές σου, που μπορούν να κινούνται με πολλή μεγάλη ευκολία, που ξέρουν όλα σου τα παιχνίδια και πλησιάζουν τους δικούς μου. Με γρήγορες και στοχευμένες κινήσεις, τους σκοτώνουν όλους, όλους εκτός από έναν, έναν που σου μοιάζει, κάνουν ένα βήμα πίσω, η εικόνα σου μέσα μου χωρίς σκιές στα μάτια σου. Σε ξανακοιτάνε και ύστερα σε αφήνουν εκεί που κείτονται όλα τα "αδέρφια" σου-οι δαίμονες μου-τα συναισθήματά μου για σένα και χαράσσουν ένα μονοπάτι, σε αφήνουν να φύγεις γιατί δεν μπορούν να σε τιμωρήσουν. Απομακρύνονται σιγά σιγά με τον ουρανό να βρέχει αίμα,το αίμα από τον θάνατο του "έρωτα" μας. Πολύ φοβισμένος και μόνος ο δαίμονας αυτός γυρνά στην δική μου κόλαση μέσα από έναν μακρύ διάδρομο-αυτόν των αναμνήσεων μου μαζί σου , ένα μέρος φανταστικό, μέσα στο μυαλό μου και όταν πια φτάνει, έχει πολλαπλασιαστεί κατά εκατοντάδες δαίμονες που φέρουν κομμάτια μας, λόγια μου, λόγια σου και γυρνώντας ανοίγουν την πόρτα για το δικό μου σκοτάδι και πατάνε πάνω στα απομεινάρια του εαυτού μου.
Μερικές φορές κάποια ξημερώματα, όχι πάντα, ξεκουράζονται για λίγο, συλλέγοντας καθετί "κακό" που τους δίνεις και ό,τι ελπίδα μπορεί να τρέφω για μας ακόμη και το πρωί είναι έτοιμοι και πάλι να κομματιάσουν την ψυχή μου...



"All I know is that I love you.."

Όταν είσαι μόνος, οι ώρες μπορεί να περνάνε χωρίς να το καταλάβεις
αλλά όταν νιώθεις μόνος, οι ώρες περνάνε βασανιστικά.
Δοκίμασα να βγω στο μπαλκόνι, να ξαπλώσω μπρούμυτα, να ξαπλώσω ανάποδα, να πιω νερό, να καπνίσω αλλά σε ό,τι κι αν έκανα αισθανόμουν ένα κενό, μία δυσφορία, ένα τίποτα. 
Μπορεί να μην σε αφορούσε αλλά από σένα ξεκίνησε. 
Εσύ το γέννησες μέσα μου αυτό το ειδεχθές τέρας, την μοναξιά , ήσουν, δεν ήσουν εκεί. 
Τώρα όπως και αν πονάω, σε όποιο σημείο του σώματος και αν πονάω, με όποιον τρόπο και αν αισθανθώ κάτι αρνητικό, εσύ κρύβεσαι πίσω από όλα. εσύ κρύβεσαι πίσω από το ό,τι φοβάμαι να κοιμηθώ γιατί δεν έχω τα χέρια σου, λες και πριν από εσένα δεν ζούσα, εσύ κρύβεσαι πίσω από το άγχος μου, άγχος αν θα τα καταφέρω, αν θα προχωρήσω, αν θα σε σβήσω, αν σε δω και δεν νιώθω πια τίποτα, αν αν αν αλλά κυρίως κρύβεσαι πίσω από το ότι δεν μπορώ να αισθανθώ τίποτα για κανέναν άλλον. Μόνο εσύ, λες και συμφώνησα να σ'αγαπώ με το να σταματήσω να αγαπώ καθετί άλλο, λες και με έκανες λίγο λιγότερο άνθρωπο, λες και ρούφηξες όλη μου την ενέργεια για την ζωή και την έκανες στάχτη. Έτσι έμεινα πίσω, να σε μισώ, να σε μισώ που με καταστρέφεις, να ζω για να σε μισώ, για να σε περιπαίζω, για να σε εκδικούμαι, για να σε αγνοώ και τότε...
Τότε έρχεσαι και με σφίγγεις στην πελώρια σου αγκαλιά και λες πως όλα θα πάνε καλά και νιώθω όλο σου τον εαυτό στην καρδιά σου και όλη την καρδιά σου δική μου,
Μα την αγκαλιά την ακολούθησε σκοτάδι. Το σκοτάδι σου. Και έπειτα είσαι απέναντι μου
και δεν σταματάς να πίνεις και σε κάθε σου γουλιά πίνεις κάθε γέλιο μας, πίνεις κι άλλο, πίνεις και τα βράδια μας, πίνεις και τον πόνο σου και την δική σου μοναξιά σου, γιατί εμένα δεν μπορείς να με γελάσεις, εμένα δεν με πείθεις πως είσαι καλά. Χτυπάς τοίχους, ματώνεις τα χέρια σου, μιλάς με τον εαυτό σου, χάνεις τα λόγια σου και δεν κοιμάσαι. Είσαι εκεί για να με εκδικείσαι και να μου λες πως δεν σε νοιάζομαι και μετά είσαι εκεί για να με πλησιάζεις, να με πλησιάζεις και να μυρίζω πάνω σου αυτό που προσπαθείς να κρύψεις πίσω την νύχτα και τα ψέματα, τον φόβο. Και τότε σ'αγαπώ, σ'αγαπώ με όλο μου το είναι, σ'αγαπώ και δεν μπορώ να σε βλέπω να καταστρέφεσαι και δεν έχω λόγια να σου πω γιατί δεν μ'αφήνεις, γιατί με φοβάσαι, γιατί εγώ πάντα στεκόμουν μπροστά σου καθρέφτης και σου έδειχνα αυτό που φοβάσαι. Πετάς την ζωή μας στα σκουπίδια αλλά πετάς και σένα στην παλιά σου κόλαση. Με κατηγορώ που σε καταστρέφω, που σε πληγώνω, που πίνεις, που χάνεσαι μέσα στον καπνό και την λήθη, πίσω σε μία ζωή από την οποία ξέφυγες, όμως εσύ...
εσύ με καταστρέφεις γιατί δεν μπόρεσα να σ'αγαπήσω όπως ήθελες ή γιατί σ'αγάπησα τόσο που δεν μπορείς να το έχεις χωρίς ενοχές. Και έπειτα μένω μόνη ξανά στους τέσσερις τοίχους χωρίς κανέναν, χωρίς να χρειάζομαι τίποτα μα εσένα, χωρίς να σε περιμένω αλλά με το να σε θέλω να με φωτίσεις
με το δικό σου σκοτάδι. Μένω μόνη ξέροντας μόνο πως είμαστε άρρωστοι.
Είμαστε άρρωστοι μωρό μου...άρρωστοι από έρωτα, από πόνο, από μοναξιά, άρρωστοι από νύχτες και από προβλήματα, άρρωστοι από αλκοόλ και τσιγάρα, άρρωστοι ο ένας για τον άλλον....





ά(γ)νοια.

απέχω συχνά από τον έρωτα γιατί με τρομάζει.
απέχοντας όμως, ξεχνάς.
και όταν ο έρωτας ξανάρχεται, δεν μπορείς να τον αναγνωρίσεις.
να ξέρεις όπως κι αν ένιωσα για σένα δεν ήταν ούτε για το φλερτ σου, ούτε για τα μάτια σου, ήταν γιατί μου θύμισες πως είναι, πως είναι να δίνεσαι απλόχερα, να μην νοιάζεσαι για το πως λένε τον άλλον ούτε τι θέλει, να θες μόνο εκείνη την στιγμή, να ζητάς μόνο μία στιγμή μαζί του.
με το να σου μιλήσω, θα προσπαθήσω να αμυνθώ πίσω από τις λέξεις, με το να μην σου μιλήσω προσπαθώ να αμύνομαι μέσα από τα βλέμματα.
δεν ήθελα όμως να είσαι άλλο ένα πρόσωπο που θα πρέπει να αποφεύγω, δεν ήθελα να μετράω τα λόγια μου μπροστά σου, ούτε να κρατάω τον εαυτό μου πίσω, ίσως και να ονειρεύομαι τόσο που μπλέκομαι μέσα σε αυτό και αδικώ την πραγματικότητα.
δεν θέλω να σ'αφήσω γιατί μου αρέσεις πολύ, δεν θέλω όμως να σου ζητήσω να μείνεις γιατί δεν θα σε κοιτάξω ζητώντας το.
μου έλεγαν ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν να περπατάνε, να μιλάνε, να διαβάζουν, να αγαπάνε, μαθαίνουν κιθάρα ή πιάνο ή κάποια πολεμική τέχνη, μα εγώ ξέρω, εγώ το είδα ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν να φοβούνται. έμαθα να φοβάμαι, ή με έμαθαν. και πια σε φοβάμαι. και σένα και όλους. και ας είσαι ο σωστός, δεν το ξέρω.
κοιτάζω την πόρτα μου αλλά αυτή δεν χτυπάει, κοιτάζω το κινητό μου αλλά δεν καλεί κανείς, σε κοιτάζω αλλά δεν έρχεσαι να μου μιλήσεις. τι έχασα; τι έχασα μέσα στον φόβο μου που σε άλλαξε τελείως; που ήμουν εγώ; που είμαι πάντα;

Ο Μύθος του Αρχέγονου Ημίτομου.

"Παλιά η φύση μας ήταν διαφορετική απ΄ ότι σήμερα. Τα φύλα των ανθρώπων δεν ήταν δύο, όπως είναι σήμερα, δηλαδή αρσενικό θηλυκό, αλλά υπήρχε και ένα τρίτο το ανδρόγυνο, που αποτελούνταν από διπλά όντα και συνδύαζε στην εμφάνιση τα άλλα δύο φύλα. Έτσι, το σώμα κάθε ανθρώπου ήταν στρογγυλό, είχε ολόγυρα ράχη και πλευρές, τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια και διπλά γεννητικά όργανα. Το κεφάλι, που στεκόταν πάνω σε κυλινδρικό λαιμό, το αποτελούσε ένα κοινό κρανίο πάνω από δύο πρόσωπα, ενωμένα και απαράλλαχτα μεταξύ τους, που κοίταζαν το καθένα προς αντίθετη κατεύθυνση και όλα τ’ άλλα, όπως θα µπορούσε, σε αυτή τη βάση, να φανταστεί κανείς. Μετακινούνταν όχι µόνο όρθιο, όπως τώρα, αλλά, όταν αποφάσιζε να τρέξει γρήγορα, στηρίζονταν και στα οχτώ άκρα και περιστροφικά, μετακινούνταν πολύ γοργά. Από τα φύλα, το αρσενικό ήταν γέννημα του Ήλιου, το θηλυκό της Γης και το ανδρόγυνο της Σελήνης.
Την παλιά εκείνη εποχή, η σωματική δύναμη, η αντοχή και η εξυπνάδα των ανδρόγυνων ανθρώπων ήταν τρομερή, και γι΄ αυτό είχαν απέραντη έπαρση. Τα έβαλαν, μάλιστα κάποτε με τους ίδιους τους θεούς απειλώντας τους. Αυτό που διηγείται ο Όμηρος για τον Ώτο και τον Εφιάλτη αναφέρεται σε αυτούς: τόλμησαν να κατασκευάσουν ανάβαση προς τον ουρανό για να χτυπήσουν τους θεούς!
Ο Δίας, λοιπόν, σκεφτόταν με τους άλλους θεούς πώς να τους αντιμετωπίσουν. Αν τους σκότωναν με κεραυνούς και εξαφάνιζαν το γένος τους, όπως έκαναν με τους Γίγαντες, η λατρεία και οι θυσίες των ανθρώπων θα χάνονταν. Από την άλλη όμως δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να τους ανέχονται. Έπρεπε να επινοήσουν κάποια μέθοδο για να τους υποτάξουν. Στο τέλος, ο Δίας που είχε έμπνευση είπε στους άλλους θεούς: “Μου φαίνεται ότι βρήκα ένα τρόπο να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και να παραιτηθεί από την αυθάδεια της, να γίνουν ασθενέστεροι. Θα τους κόψω σε δύο μέρη τον καθέναν. Έτσι θα γίνουν αφενός μεν ανίσχυροι, αφετέρου δε χρησιμότεροι για εμάς, αφού θα είναι αριθμητικά περισσότεροι”. Άρχισε, λοιπόν, να σκίζει τους ανθρώπους σε δύο μέρη και μετά ανέθεσε στον Απόλλωνα να τακτοποιήσει τις υπόλοιπες λεπτομέρειες. Αυτός τότε, γύρισε τα πρόσωπα και το μισό του λαιμού των ανθρώπων προς το μέρος της τομής, ώστε να βλέπουν διαρκώς το σκίσιμό τους, να φοβούνται τους θεούς και να είναι στο εξής πιο φρόνιμοι. Στη συνέχεια, τράβηξε το δέρμα απ΄ όλα τα μέρη προς το σημείο που λέγεται σήμερα κοιλιά και το και το έδεσε όπως κάνουν στα σουρωτά πουγκιά, αφήνοντας ένα στόμιο στο μέρος της κοιλιάς που λέμε σήμερα αφαλό.
Μετά, αφού εξομάλυνε τις περισσότερες ρυτίδες, έστρωσε την περιοχή του στήθους με ένα εργαλείο, σαν αυτό που έχουν οι τσαγκάρηδες για να ισιώνουν τα ζαρώματα των δερμάτων στα καλαπόδια. Άφησε όμως μερικές ρυτίδες εκεί, κοντά στην κοιλιά και στον αφαλό, για να θυμίζουν αυτό που πάθαμε κάποτε. Μετά τη διχοτόμηση, λοιπόν, του οργανισμού μας,  το καθένα μισό αναζητούσε το άλλο μισό του και πήγαιναν μαζί. Τύλιγαν τα χέρια τους ο ένας γύρω από τον άλλο και έτσι σφιχταγκαλιασμένοι, γεμάτοι πόθο να κολλήσουν ξανά μαζί, έβρισκαν το θάνατο είτε από πείνα είτε από την ανικανότητα τους να κάνουν οποιαδήποτε ενέργεια. Χωρισμένοι όπως ήταν ο ένας από τον άλλο, δε δέχονταν να κάνουν τίποτα. Όποτε το ένα μισό πέθαινε και έμενε το άλλο, αυτό που έμενε ζητούσε ένα άλλο να αγκαλιάσει, όποιο έβρισκε μπροστά του, είτε αυτό ήταν το μισό γυναίκας είτε το μισό άντρα. Και έτσι πάλι αργά ή γρήγορα χάνονταν. [...] Από τόσο παλιά, λοιπόν, ο έρωτας των ανθρώπων μεταξύ τους είναι ριζωμένος στη φύση τους, τους συνενώνει στην αρχική τους  κατάσταση και ζητάει να κάνει και πάλι να κάνει από τα δυο ένα και να επανορθώσει το πάθημα του ανθρώπινου οργανισμού.
Καθένας μας, λοιπόν, αποτελεί ένα ημίτομο ανθρώπου, σκισμένος όπως είναι από ένας σε δύο, όπως οι γλώσσες, τα ψάρια και ζητάει διαρκώς καθένας το άλλο του ημίτομο. Αν τύχει κάποτε, μάλιστα, να συναντήσει κανείς το ίδιο το πραγματικό άλλο του μισό, τότε πια η συγκίνηση και των δυο είναι μοναδική και απερίγραπτη, από το αίσθημα στοργής, κοινής καταγωγής, έρωτα. Ούτε στιγμή δεν δέχονται να αποχωριστούν. Αυτοί είναι που περνούν πιστοί μεταξύ τους ολόκληρη ζωή. Οι ίδιοι, ίσως, δε θα ήταν σε θέση καν να εκφράσουν τι είναι αυτό που θέλει ο ένας από τον άλλο. Διότι δεν μπορεί, βέβαια, να πιστέψει κανείς ότι αυτό είναι μόνο η ερωτική απόλαυση και ότι επομένως χάριν αυτής ευχαριστιούνται ο καθένας από του άλλου τη συμβίωση με τόσο σφοδρό πάθος. Κάτι άλλο είναι μάλλον -το βλέπει κανείς – αυτό που θέλει και των δύο η ψυχή, κάτι που δεν μπορεί να εκφράσει. Διαισθάνεται όμως τι θέλει και το υποδηλώνει σκοτεινά. Κι αν, την ώρα που είναι πλαγιασμένοι μαζί, ερχόταν από πάνω τους ο Ήφαιστος με τα εργαλεία του και τους ρωτούσε: “Τι είναι αυτό που ζητάτε, άνθρωποι, ο ένας από τον άλλο;” είναι πολύ πιθανό ότι δε θα ήξεραν τι να απαντήσουν. [..]
Η αιτία τούτου είναι ότι αυτή ήταν η πρωταρχική φύση μας και ότι κάποτε ήμαστε ολόκληροι. Του ολόκληρου, λοιπόν, ο πόθος και η ορμή έχει το όνομα Έρωτας. "
Πλάτωνος,Συμπόσιον



"το ξέρω ότι θα σε ξαναδώ γι'αυτό πες κάτι."


Είχε μακριά γένια και μαλλιά. Ήταν υπέρ της αναρχίας, της ανεξιθρησκείας, της αθείας, του άλφα του στερητικού, της ροκ μουσικής, του μαύρου χρώματος και του χάους. Έβαφε τα χέρια και τα ρούχα του. Είχε διαγνωστεί με μανιοκατάθλιψη και ανορεξία. Στον ψυχολόγο δεν έλεγε  πολλά, στον εαυτό του όμως ναι. Ο "έρωτας" ήταν εγκληματίας, είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη. Κανείς δεν
ήξερε για ποιο λόγο φυλακίστηκε εξαρχής αν και φήμες λένε ότι διατάραξε τα θεικά σχέδια. Είχε αποδεχτεί την μοίρα του και είχε αγκαλιάσει την τέχνη αν και ήξερε ότι κανένας δεν μπορεί να τον φυλακίσει πραγματικά. Ο έρωτας δεν γνώριζε από ισορροπία, όρους και τέλος.
Έφτιαχνε πάντα φιγούρες και πέταγε σκόρπια λόγια γύρω τους, μισοτελειωμένους διαλόγους που πάνω κάτω μπορούσες να παραφράσεις τις λέξεις τους. Θύμωνε όμως αν κάποιος έπαιρνε την πρωτοβουλία και άλλαζε το νόημα.
Εκείνη την Τετάρτη ζωγράφιζε δύο παρόμοιες φιγούρες.
Εκείνος, ξανθός, με πράσινα μάτια, προδομμένος, λίγο μετά τα είκοσι, χωρίς να ξέρει τι ψάχνει κοιτούσε μόνιμα γύρω του. Είχε μεγάλες πλάτες και τα πόδια του ήταν λίγο ανόμοια μεταξύ τους.
Έκρυβε τα πολλά λόγια και δεν έψαχνε για παράξενα νοήματα. Ακουλουθούσε πιστά τους φίλους του και πότε πότε διάβαζε για την σχολή του, δεν έπινε πολύ και δεν άκουγε ποτέ το ίδιο είδος μουσικής. Σπούδαζε στις θετικές επιστήμες για να μπορούσε να μην δίνει μόνο μία λύση σε κάθε ζήτημα και δεν διάβαζε συχνά βιβλία γιατί τον μπέρδευαν. Εκείνο τον καιρό έψαχνε μπλε μπογιά για να βάψει τις ντουλάπες του και κάποιον να μοιραστεί μαζί του τις νύχτες. Δούλευε τότε και είχε σπρώξει κάθε του πρόβλημα ανάμεσα στα τιμολόγια και τις αποδείξεις, επέλεγε να πιει και καμία βότκα μετά τις έντεκα στο ίδιο μπαράκι αλλά ποτέ δεν άναβε τσιγάρο. Ο καπνός τον ζάλιζε και έμενε μακριά από κάθε πακέτο. Είχε κάποιες σχέσεις στην ζωή του και επέμενε πως μία συγκεκριμένη γυναίκα είχε αποτυπωθεί στο μυαλό του αλλά ήξερε πως δεν είναι αλήθεια.
Εκείνη, ξανθιά με γαλάζια μάτια, πληγωμένη, λίγο πριν τα είκοσι τριγυρνούσε υποστηρίζοντας πως δεν χρειάζεται κανέναν κοντά της. Είχε χάσει ανθρώπους που αγαπούσε από απόσταση, από καρκίνο, από γηρατειά, από ατυχήματα. Όλη της η ζωή ήταν γεμάτη κακοτυχίες αλλά είχε μάθει να χαμογελάει. Για την ακρίβεια είχε μάθει μόνη της να ζει. Ήξερε ότι υπάρχουν κλισέ στον έρωτα αλλά κοιτούσε γύρω της από περιέργεια. Είχε ένα τατουάζ κάτω από τον δεξί λοβό, μία εικόνα της "χώρας του ποτέ" και ένα σημάδι στο γόνατο εκ γενετής. Με τις λέξεις τα πήγαινε καλά αλλά ποτέ δεν μπορούσε να ξεστομίσει όσες έπρεπε γιατί φοβόταν ότι οι άνθρωποι θα τρομάξουν από την αλήθεια. Οι φίλοι της ήταν πολύπλοκοι, σπούδαζε αρχιτεκτονική και σκίτσαρε συχνά κόμικ. Η μουσική της ακουγόταν στους ίδιους ρυθμούς, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της, κάπνιζε πολύ γιατί προτιμούσε να σχεδιάζει με τον καπνό όσα ήθελε και γιατί ήξερε πως δεν θα ζήσει πολλές φορές για να ρισκάρει όσα της άρεσαν. Διάβαζε συχνά και έγραφε συχνότερα, έδινε καλές συμβουλές αλλά η ίδια αδυνατούσε να λύσει τον κόμπο της ζωής της, διάλεγε λάθος ανθρώπους όταν έκανε σχέσεις και δεν είχε καταφέρει να συμβιώσει με τον άνθρωπο που πίστευε ότι ήταν για εκείνη. Εκείνη την περίοδο διάβαζε Νηλ και προσπαθούσε να αναπτύξει περισσότερο την φεμινιστική της φύση.
Την Τετάρτη εκείνη πήγε να αγόρασει καφέ και δεν χρειάστηκαν πολλές κουβέντες. Την κοίταξε και θέλησε να την κάνει δική του, κάτι η αυθάδεια της κάτι η ματιά της που έτρεχε, κάτι ο καπνός που τον φύσαγε δεξιά και αριστερά. Της μίλησε χωρίς να πρέπει. Τον κοίταξε και σκέφτηκε ότι είναι όμορφος. Χαμογέλασε και έφυγε. Την περίμενε την επόμενη μέρα. Αυτός με την ελπίδα ότι θα την γνωρίσει και αυτή μ'ένα ακόμη τσιγάρο στο στόμα. Δεν ήξερε πολλά για εκείνον όταν άρχισε να τον χρειάζεται. Έδωσαν τα χέρια και αντάλλαξαν ονόματα. Ήξεραν ότι αυτή είναι η αρχή. Συναντήθηκαν. Τυχαίες οι ώρες, τυχαίες οι αφορμές, ακόμη πιο τυχαία τα πρόσωπα. Εκείνος μετρούσε τα αγγίγματα του και εκείνη τα λόγια της. Κανένας τους δεν είχε παρελθόν αλλά είχαν ο ένας τον άλλον. Περνούσαν τα βράδια τους βιαστικά γιατί εκείνος είχε πρωινό ξύπνημα και εκείνη διάβασμα. Της υποσχέθηκε να την βοηθήσει. Εκείνος έγραφε σε κόλλες μαθηματικούς τύπους και εκείνη ερωτευόταν τα χέρια του. Τον φοβόταν και πήγαινε κόντρα στους φίλους του. Αυτός την ποθούσε και κάθε του βράδυ άγγιζε τον εαυτό του σκεφτόμενος την στην αγκαλιά του. Κοιμόταν ύστερα γράφοντας της μία καληνύχτα στο κινητό του. Ένα μεσημέρι της είπε πως είναι ευτυχισμένος αλλά εκείνη έκανε πίσω. Του ζήτησε να μην την πληγώσει, τον άφησε να δει τον εαυτό της πραγματικά, πίσω από τις μάσκες, χωρίς τις άμυνες, ολοκάθαρα και στεγνά. Της υποσχέθηκε ότι θα πάνε να δουν τον Sivert Hoyem το βράδυ που θα 'χε ρεπό και εκείνη σιωπούσε που ήξερε ότι μπορεί να του μιλά μόνο τις νύχτες και στα κλεφτά αλλά συμβιβαζόταν γιατί έψαχνε καιρό να τον βρει. Κανένα άλλο όνομα δεν τριγυρνούσε στο κεφάλι της και κανένα άλλο πρόσωπο δεν τον συγκινούσε. Ένα βράδυ συναντήθηκαν κάτω από μισόσβηστα φώτα, εκείνη με την αλήθεια της ολόγυμνη, εκείνος με την καρδιά του να χτυπά και μιλούσαν για την ζωή. Εκείνος την κοίταζε στα μάτια και εκείνη φλυαρούσε διαρκώς με τις παλάμες της να έχουν ιδρώσει. Ήταν τρεις και μισή το πρωί όταν την φίλησε για πρώτη φορά, ένα φιλί τρυφερό και διαρκές, ένα φιλί που το ακολούθησαν άλλα πολλά. Εκείνος ένιωθε κουρασμένος αλλά εκείνη ελεύθερη. Της ζήτησε να μοιραστεί μαζί του τον εαυτό της και εκείνη αισθάνθηκε ανήμπορη να αρνηθεί. Κάθε φορά, σε κάθε φιλί φοβόταν πως θα γυρίσει την πλάτη του και θα φύγει αλλά εκείνος ήταν εκεί, να της μιλά, να την χαιδεύει, να την ζηλεύει και να την κερνάει λίγο ακόμη έρωτα. Προσπάθησε να κρατήσει μακριά τα ξένα λόγια και τα ξένα βλέμματα αλλά εκείνος τους χρειαζόταν τους φίλους του για να του θυμίζουν ποιος είναι. Ένα βράδυ που δεν συναντήθηκαν, οι άνθρωποι που είχε στην ζωή του ζωγράφισαν ένα άλλο πρόσωπο για εκείνη, έβαλαν αρκετό αλκοόλ στο ποτήρι του και αρκετά ψέματα στο κεφάλι του και αυτός αποφάσισε να χτυπήσει την κλακέτα για τους τίτλους τέλους χωρίς να κοιτάξει πίσω. Σταμάτησε να απαντάει στα τηλέφωνα και στα μηνύματα, δεν τον συγκινούσαν τα λόγια αγάπης. Όταν έμενε μόνος του περπάταγε μέχρι το σπίτι της αλλά δεν χτύπαγε ποτέ την πόρτα, καλούσε το νούμερο της αλλά ποτέ δεν το άφηνε να χτυπήσει, έκλαιγε στα βουβά αφού είχε γεμίσει το κρεβάτι του με άλλες γυναίκες και σταμάτησε να της μιλάει. Την κοιτούσε μόνο όταν εκείνη δεν το πρόσεχε, την αναζητούσε χωρίς εκείνη να το μάθει, την σκεφτόταν χωρίς να το παραδέχεται. Εκείνη συνέχισε να γράφει, να καπνίζει και να αναζητά ένα λόγο που δεν είναι μαζί του. Άκουγε στην φωνή του Hoyem την δική του και δάκρυζε που δεν πήγαν ποτέ σε αυτή την συναυλία. Έλεγε στην αδερφή της πως εκείνος την κούρασε, την γέλασε και τώρα χορεύει στα συντρίμμια της. Εκείνος έλεγε ότι δεν την χρειάζεται και ότι δεν σήμαινε τίποτα πια. Δεν ήταν αυτό που έψαχνε, μπορεί έτσι να του είχε φανεί αρχικά αλλά δεν ήταν. Έλεγε πως στην ζωή του δεν υπήρχε χώρος για κείνη, δεν υπήρχε συγχρονισμός στους ρυθμούς τους, δεν υπήρχε χημεία στον έρωτα τους και μετά έκλεινε τα μάτια και άλλαζε θέμα σαν εκείνη να μην πέρασε ποτέ από τα χέρια του.
Αν τους πετύχεις κάπου εκείνη θα μιλά διαρκώς και θα πετάει την στάχτη από το τσιγάρο της και αυτός θα πίνει φρέντο εσπρέσσο και θα παίζει χαρτιά. Σε διπλανά τραπέζια. Δεν θα ανταλλάσσουν βλέμματα και θα αποφεύγουν ο ένας τον άλλον σαν να μην γνωρίστηκαν ποτέ αλλά το φλιτζάνι της θα δείχνει την φιγούρα του και τα χαρτιά του θα δείχνουν την δική της.
Γιατί ο έρωτας σήμερα Κυριακή μετά από δυόμιση μήνες κρέμασε αυτό του τον πίνακα και άλλαξε καμβά για να σχεδιάσει το μέλλον τους.


Whatever happened to you...



Τι απέγινε στα βράδια που μοιραζόμασταν από μία αγκαλιά και ένα ρούχο στις πλάτες μας;
Τι απέγινε στα φιλιά που ανταλλάσσαμε και φοβόμασταν μήπως στρίψει κάποιος από την γωνία και μας δει;
Τι απέγινε στους ατέλειωτους καφέδες που έφτιαχνες για να μπορείς να με διαβάζεις;
Τι απέγινε το αυστηρό σου ύφος όταν δεν ήμουν τακτική και ήρεμη;
Τι απέγιναν τα κρυφά βλέμματα και τα μισά χαμόγελα μπας και καταλάβει κανένας ότι μοιραζόμαστε τις νύχτες;
Τι απέγιναν τα βιαστικά μηνύματα και τα αργά βήματα μας στις βόλτες μας;
Τι απέγιναν τα σημάδια που μου άφηνες στο λαιμό και εγώ σου φώναζα;
Τι απέγινε στον φόβο μου να μην σ'ενοχλεί ο καπνός μου;
Τι απέγιναν τα μάτια σου τα ζωηρά που έστω κι αν ήξερα ότι ήταν για λίγο δικά μου πάντα έτρεμα ότι θα γυρίσουν αλλού;
Τι απέγιναν τα χέρια σου που φιλούσα ευλαβικά γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω πως γίνεται να νιώθω τόσο αδύναμη και τόσο δυνατή ταυτόχρονα σαν με κρατούσαν;
Τι απέγιναν τα πειράγματα για το πόσο ξανθιά είμαι ή τα γλυκόλογα για το αν μπορείς να κλέψεις λίγο μπλε από τα μάτια μου τώρα που θες να βάψεις τις ντουλάπες σου;
Αλήθεια τι απέγιναν αυτές οι ντουλάπες; Άραγε να τις έβαψες τελικά;
Τι να απέγινε εκείνο το μαλακτικό που όταν έπλενες τα ρούχα σου μύριζαν όλα τα δικά μου;
Τι απέγινε στο "εμείς" και στην "συνέχεια" που έλεγες;
Τι απέγινε στα πρωινά που έψαχνα σεντόνι γιατί το είχες τυλίξει όλο γύρω σου;
Τι απέγινε στην βραχνή φωνή σου που την αλλοίωναν οι κλήσεις μου στο κινητό;
Τι απέγινες ρε πούστη; Που είσαι; Γιατί πια σε βλέπω αλλά είναι σαν να μην σε γνώρισα ποτέ. Τώρα οι μόνες λέξεις σου είναι "γεια", "ευχαριστώ", "καλή επιτυχία", "καληνύχτα" .
Δεν γουστάρω να είμαι μακριά σου. Δεν γουστάρω να προσποιούμαστε τους δυο ξένους. Δεν γουστάρω να μπλέκονται τα δάκρυα με τον καπνό μου, θέλω να μπλέκονται τα χέρια σου στα μαλλιά μου, τα δαχτυλίδια μου στα ρούχα σου, να μπλέκονται οι εαυτοί μας, οι εφιάλτες μας, τα κορμιά μας.
"Αν φύγεις πως θα φωτίζει η πόλη χωρίς τα μάτια σου; Μην φύγεις,μ'ακούς;"
Χτύπα την πόρτα μου,στείλε δύο γραμμές σ'ένα μήνυμα,μην δίνεις τέλος,προσπάθησε το γαμώτο. Κοίτα λίγο τι αφήνεις πίσω σου. 


Μία παύλα που τρεμοσβήνει,το τσιγάρο μου στο τασάκι να καίγεται,μία μπύρα που ζεστάθηκε και οι μισοτελειωμένες μου κουβέντες. 
Θυμάμαι την πρώτη φορά που σε είδα σαν να μην έχει περάσει μία μέρα,δύο μικρά παιδιά ήμασταν,δύο μικρά παιδιά που δεν γνώριζαν από θυμό,από εγωισμό,από έρωτα. Δεν μιλούσες και έτσι εγώ ήρθα και σου ζήτησα το όνομά σου. Δεν έχει περάσει στιγμή από τότε που να ξέρω τι ένιωσα για σένα. Τι νιώθω ακόμη και τώρα. Θέλω να σε χτυπήσω,να σε βρίσω,να κλείσω την πόρτα στο πρόσωπο σου για όλη την θλίψη που μου σκορπά το ότι δεν σ'έχω δικό μου,το ότι δεν είσαι εδώ κάθε φορά που σε χρειάζομαι,το ότι δεν μπορώ να σου συγχωρήσω κανένα από τα λάθη σου. 
Και όμως γύρισες σήμερα. Και με κοίταξες. Και σε κοίταξα. Ανατρίχιασα ολόκληρη,ειλικρινά σου μιλάω. Τα μάτια σου μου γελούσαν. 
Δεν ξέρω αν ομορφαίνεις στο μυαλό ή στην καρδιά μου αλλά είχαν αλλάξει όλα πάνω σου και όλα ήταν ίδια. Και δεν ήθελα τίποτα άλλο και δεν άντεχα κάτι άλλο παρά μόνο εσένα. 
Και εσύ έφυγες γι'άλλη μία φορά με μία απλή καληνύχτα που ξεγλίστρησε από μέσα σου και εγώ έμεινα πίσω να σκέφτομαι πως αν δεν αρκώ εγώ και όσα νιώθω και αν δεν αρκείς εσύ και όσα νιώθεις,δεν έχει νόημα να σε κρατάω μαζί μου.
"σε θυμάμαι πάντα να φεύγεις"

Can't unlove u.

Ξέρω πως δεν θέλεις να γυρίσω τώρα που σου έχουν περάσει όλα τα εφηβικά σου καπρίτσια,τώρα που ζεις μόνος σου και κατασταλαγμένος,τώρα που μετράς τις λέξεις σου πιο πολύ από ποτέ. 
Λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να σου πω πως θέλω να είσαι ευτυχισμένος αν είναι να είσαι ευτυχισμένος μακριά μου. 
Κάθε μου βράδυ υπόσχομαι πως είναι το τελευταίο που ματώνω για σένα,κάθε μου βράδυ ορκίζομαι πως θα είσαι το τελευταίο πράγμα που θα θυμάμαι το πρωί,πως όλες μου οι στιγμές μαζί σου θα έχουν σβήσει όπως έσβηνε το κύμα κάθε σου λέξη στην άμμο,πως είναι η τελευταία φορά που κοιμάμαι με σένα στο μυαλό μου και η επόμενη μου μέρα πως θα είναι αυτή που δεν θα μου θυμίζει τίποτα το όνομα σου ή το μαύρο των ματιών σου,που το κεφάλι μου θα είναι άδειο από τις λέξεις σου,που η καρδιά μου θα είναι ελεύθερη από κάθε ελπίδα που τρέφω για ένα "εμείς",εσένα και εμένα μαζί. 
Και όμως ξημερώνει με μένα να κοιτάω φωτογραφίες σου και κάθε μία από αυτές να μου φωνάζει πως εσύ είσαι ο ένας,πως εσύ με συμπληρώνεις,πως τις δικές σου παραξενιές θέλω να ανέχομαι και την δική σου γκρίνια να υπομένω και μπλέκονται τα μαλλιά μου με τον καπνό και τον άνεμο και μπλέκεται το πρόσωπο σου με τις αναμνήσεις μου και τα χρώματα της ανατολής. 
Προτού ξεπροβάλλει ο ήλιος ήδη ξέρω πως οι υποσχέσεις μου θα αναβληθούν γι'αύριο γιατί αν δεν μπορώ να είμαι στην ζωή σου θα μείνω απλά να σε παρατηρώ να κινείσαι,να περνάς καλά,να γελάς γιατί δεν έχω ιδέα πως γίνεται αλλά όσο και να με πονάς έρχεται η στιγμή που βρίσκομαι απέναντι σου και όταν δεν το καταλαβαίνεις σε κοιτάω και χαμογελάω κρυφά. 
Μία αρρωστημένη εκδοχή της ευτυχίας να υποθέσω...

I can't live with or without you.

Δίπλα σου επαναστατώ,θυμώνω,μιλάω άσχημα,καπνίζω πολύ,λέω ψέματα. Μακριά σου όμως αρρωσταίνω,τα χέρια μου τρέμουν,το μυαλό μου δεν συγκεντρώνεται,βάζω το όνομά σου σε όλα τα ονόματα και το πρόσωπο σου σε όλα τα πρόσωπα. Όλα αυτά για να καταλάβω πως κοντά σου όλοι οι χρόνοι είναι παρελθοντικοί και όλα τα ρήματα ακολουθούν αυτό τον δρόμο. Αποκτώ τον χειρότερο εαυτό μου σαν με πλησιάζεις,κάθε λέξη σου μου μοιάζει με επίθεση για την οποία στρατολογώ όσες δικές μου λέξεις είναι σκληρές. Φυσάω τον καπνό στην μεριά σου και γελάω με τα χέρια σου. Σε διορθώνω με υποτιμητικό τρόπο και μετά κλείνω την πόρτα πίσω μου παρακαλώντας να ήμουν δική σου. Ψάχνω το τελευταίο τσιγάρο στο πακέτο μου με το μυαλό μου να τρέχει στα δέκα νούμερα του τηλεφώνου σου. Γυρνάω την φωτογραφία σου ανάποδα γιατί έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει σκέψη μου που να μην ρημάζεις. Και τότε ενώνω τις συλλαβές σ'ένα κενό χαρτί με τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζουν τις κουβέντες που σου έχω πει και τις κάλυψα μ'ένα μικρό γέλιο για να μην καταλάβεις ότι δεν ειρωνεύομαι και αυτές που δεν σου έχω πει γιατί με διαλύει η σκέψη πως όσα λόγια και να πεις ακούγονται εξευτελιστικά φθηνά μπροστά στα πράγματα που νιώθεις. Τα μηνύματα μου δεν έχουν παραλήπτη. Και έπειτα σε συναντώ και σου λέω πόσο θα ήθελα να ήσουν κάποιος άλλος. Δεν έχεις ιδέα για το σ'αγαπώ που θα σου έλεγα αν γνώριζες τι σημαίνει. Σου λέω ιστορίες από την ζωή μου τονίζοντας σου πως δεν σε θέλω μέσα, με μόνη μου σκέψη το ότι δεν θα καταλάβεις ποτέ πόσο μπορεί να πονέσει κάποιος μόνο στην θέα των ματιών σου. Υπάρχουν φορές που νιώθω από το βλέμμα σου πως με μισείς όσο θα ήθελα να σε μισώ κι εγώ και έτσι αναίμακτα ξέρω πως δεν θα καταφέρω να βγάλω άλλη μία νύχτα χωρίς εσένα. Αλλά πάλι υπάρχουν κι εκείνες οι φορές που το χαμόγελο σου βάζει φωτιά σε όλες τις υποψίες μου,μία φωτιά που ικετεύω να με κάνει στάχτη,εκείνες που το σώμα σου ακουμπά το δικό μου όχι έτσι τυχαία όπως γίνεται συνήθως αλλά για να οδηγήσει σ'ένα σώμα με την δική μου καρδιά και την δική σου υπόσταση,εκείνες τις φορές που δεν είσαι απλά ένας άγνωστος που του αξίζει το "μην μου μιλάς με αυτό τον τρόπο" παρά μόνο όλα τα όμορφα πράγματα που έχω δει στην ζωή μου μαζί. Και τότε σβήνουν τα φώτα της πόλης αφήνοντας με στο σκοτάδι και στην απουσία σου,στην σιωπή,την ντροπή και την ωμή σου ειλικρίνεια. Σε όλα όσα δεν θα μου πεις ποτέ ακόμη και αν σε βασανίζουν. Πώς να προχωρήσω μου λες αφού δεν ξέρω να αναπνέω μακριά σου; Αφού αρνούμαι να θυμηθώ οτιδήποτε άλλο εκτός από εσένα; Αφού δεν βρίσκω ένα γαμημένο γιατί όταν είμαι κοντά σου να μην μου πεις σε χρειάζομαι;
"- Πές μου μια ιστορία..
- Τι ιστορία θες να ακούσεις;
- Εμμ, μια ιστορία αγάπης.
- Όλες οι ιστοριές αγαπης είναι ίδιες.
Μέρος πρώτο : Είσαι για μένα το πάν
Μέρος δεύτερο: Γίνε για μένα το πάν
Μέρος τρίτο : Πάλι εσύ είσαι;"

all I need

θα σαι αυτός που θα με ξυπνάς κάθε πρωί γιατί δεν θα ακούω το ρολόι μου και που προκειμένου να βεβαιωθείς ότι έχω σηκωθεί από το κρεβάτι δεν θα κλείνεις το τηλέφωνο. ο πρώτος μου ήχος θα είναι αυτός της βραχνής μα γλυκιάς φωνής σου.
και θα σαι η πρώτη αγκαλιά μου τις μέρες που θα βρέχει καθώς θα ανεβαίνεις μέχρι το σπίτι μου για να πάρουμε μαζί το λεωφορείο το έξι.
και θα σαι αυτός που θα χεις το ένα από τα ακουστικά μου στην διαδρομή για να ακούμε μαζί the veils ενώ θα έχω το χέρι μου στο μπουφάν σου με τις ζεστές τσέπες και έπειτα μόλις αλλάζει το "lavinia" για Θανάση Παπακωνσταντίνου θα σαι αυτός που θα με φιλάς γλυκά για τόση ώρα που θα ξεχνάω να κατέβω στην στάση μου και θα μπερδεύομαι.
και θα 'σαι αυτός που θα περπατάς στην βροχή χωρίς ομπρέλα, γιατί έφυγες βιαστικά, με τις μαύρες αρβύλες σου για να με δεις σ' ένα διάλειμμα μου χάνοντας το δικό σου μάθημα.
και θα σαι αυτός που θα γελάς με τους φίλους μου κρατώντας με αγκαλιά στο κυλικείο ενώ θα ρωτάς για τις ζωές τους χωρίς λόγο,απλά επειδή είσαι εσύ.
και θα σαι αυτός που μετά θα προσπαθείς να μου εξηγήσεις εφαρμοσμένα μαθηματικά ΙΙ χωρίς να έχεις ιδέα και εγώ θα κρύβω ένα χαμόγελο για να μην σε δω να απογοητεύεσαι.
και θα σαι αυτός που θα περπατάμε μαζί στον μακρύ πεζόδρομο κοιτώντας άλλους ανθρώπους,μαντεύοντας από που έρχονται και που πηγαίνουν και θα κρατιόμαστε χέρι χέρι,μια συνήθεια που μόνο μαζί σου δεν μου φαίνεται παιδιάστικη ή ανόητη.
και θα σαι αυτός που επειδή με ξέρεις,θα τρέχεις να προλάβεις μια θέση στο λιμάνι εκεί που αισθάνομαι ότι κάθομαι πάνω στην θάλασσα και θα ακουμπώ τα πόδια μου πάνω στα δικά σου ενώ εσύ μου ζητάς να κοιτάξω όλες τις αποχρώσεις του ουρανού καθώς δύει ο ήλιος.
και θα σαι αυτός που θα συζητάμε, μέχρι να αρχίσω να κρυώνω και να ζητάω να γυρίσουμε, για τις ζωές μας,για τα ρίσκα μας,για το καλοκαίρι που περιμένουμε.
και θα σαι αυτός που θα μου κάνεις έρωτα χωρίς να νοιάζεσαι αν βράδιασε ή όχι,αν μας τελειώνει ο χρόνος,αν στενεύει ο χώρος,αν πρέπει κάποιος να φύγει,χωρίς να νοιάζεσαι για την λογική μου ή τις υποχρεώσεις σου,χωρίς να νοιάζεσαι για το αν με ερωτεύεσαι πιο πολύ,με μοναδική σου έννοια να μην πάψεις να κοιτάς μέσα στα μάτια μου.
και θα σαι αυτός που θα κοιμάσαι πρώτος και εγώ θα μένω να σε κοιτάω,καθισμένη στο παράθυρο με ένα τσιγάρο που έχω κλέψει από τα δικά σου,μέχρι να νυστάξω.
και θα σαι αυτός που μόλις ξαπλώνω να κοιμηθώ δίπλα σου ενστικτωδώς θα αλλάζεις πλευρό για να με αφήνεις να κοιμηθώ στην θέρμη της αγκαλιάς σου και εμένα τότε η καρδιά μου θα χτυπά με απίστευτο ρυθμό και μέχρι να με πάρει ο ύπνος θα σκέφτομαι πως είσαι αυτός για τον οποίο περιμένω να ξημερώσει μια νέα μέρα..

Αυτός είσαι...












ένα τσιγάρο ακόμη



ήταν ένα ολόκληρο βράδυ που κρύωνε η πλάτη μου όπως ακουμπούσα στην καρέκλα μα δεν έβγαλα άχνα γιατί σκεφτόμουν.και τότε σου είπα..θα καπνίσω.για τελευταία φορά, ό,τι λέω κάθε φορά που καπνίζω και μαζεύονται πολλές οι υποσχέσεις. δεν ήθελες, μα δεν σε περίμενα. πως με φοβάσαι μερικές φορές, με κέρδισε περισσότερο. δεν ήμουν ούτε τιθασευμένη ούτε απείθαρχη και είχα και αυτή την τρέλα να μείνω μόνη μου που με έφτανε στο άλλο άκρο.να χρειάζομαι όσους δεν ήταν σημαντικοί. δεν είναι το τσιγάρο το πρόβλημα σου αλλά το ότι μας στριμώχνουν να εκεί που δεν χωράμε. και όχι τούμπαλιν. και δεν χωράω εκεί που με βάζουν,δεν θέλω να χωράω. θα λεγα πως δεν χωράω πουθενά, αλλά με πρόλαβαν άλλοι.ανάθεμα και αν βρεις ποτέ τι φταίει σε μένα.  από την άλλη όσο στρογγυλεμμένα και να δω τα πράγματα όλα τα φαντάστηκα, επέτρεψα στο μυαλό μου να σ'αγγίξει όσο δεν κοιτούσες και να σε προσέχει όταν εσύ το ξεχνούσες. γύρισα την καρέκλα προς τα δεξιά για να καταλάβω πως δεν ήταν κανείς δίπλα μου. μα δεν άντεχα την σκέψη πως δεν μπορώ να γυρίζω στα μάτια σου,πως δεν μπορώ να κολυμπώ όταν το θέλω σε αυτό το μπλε τους, μα τι μπλε και αυτό. πόσα χρώματα στρίμωξες κι εσύ για να το έχεις; εντάξει, μου είπες ,ηρέμησε έχω και εγώ τσιγάρα να σου δώσω. έτσι κάθε φορά να με πείθεις πως μοιράζομαι μαζί σου την νύχτα. γιατί τις δικές σου νύχτες τις χαρίζεις απλόχερα όσο και αν σου λέω πως είναι πολύτιμες. όχι εσύ συνέχιζες να τις χαραμίζεις όπως και τα τσιγάρα σου. φύσηξα τον καπνό στο πρόσωπο σου, ένα πρόσωπο που το κοιτάω όταν έχει ήλιο και αναρωτιέμαι πώς τα καταφέρνει να είναι πιο όμορφο από κάθε πρωινό, έβηξες λίγο, ήσυχα θα έλεγα και μου μιλούσες. δεν άκουγα λέξη, ίσως γιατί δεν υπήρχε λέξη να ακούσω και απλά έψαχνα να βρω να νιώσω κακία για σένα,μίσος,απέχθεια. ή απλά να στα δείξω ακόμη και αν δεν τα ένιωθα. άγγιξες την πλάτη μου ρωτώντας με γιατί δεν σου έχω πει πως κρυώνω ή πως δεν σου έχω ζητήσει να μπούμε μέσα στο μαγαζί,ή να αλλάξουμε μαγαζί. σε κοίταξα, δεν χρειαζόμουν παρά τα χέρια σου πάνω μου κι ας ήταν τα τελευταία χέρια για τα επόμενα βράδια μου. κάποιος που με ξέρει θα διέκρινε τον έρωτα μου και μόνο για τον τρόπο που σκέφτομαι τα χέρια σου. έκλεισα τα μάτια μου σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να τα ξεκολλήσω από το κορμί μου, μα η σκέψη τους στροβίλιζε στο μυαλό μου όλο και πιο γρήγορα. ακούμπησες το σώμα σου στο δικό μου και πλησιάζοντας με με ρώτησαν τα μάτια σου αν ένα φιλί σου άξιζε το πόσο πονάω, i wanna be yours ξανά και ξανά κουδούνιζε μέσα μου. το επόμενο που θυμάμαι είναι πως χρειαζόμουν ένα τσιγάρο ακόμη. για να καταλάβω πως η πλάτη μου πάντα θα κρυώνει όσο εσύ γυρνάς σε άλλους δρόμους ξημερώματα. 



"S for Stephen King"

Τα πιο σπουδαία πράγματα είναι και δυσκολότερο να ειπωθούν.
Εκείνα που σε κάνουν ακόμα και να ντρέπεσαι, 
επειδή την ώρα που τα λες, 
οι λέξεις μειώνουν τη σημασία τους 
-οι λέξεις συρρικνώνουν
 και δίνουν μια καθημερινή, συνηθισμένη διάσταση
σε νοήματα που όταν τα είχες στο μυαλό σου περιλάμβαναν τα πάντα...




χωρίς όνομα pt3

Βρέθηκα να ξεφεύγω στους δρόμους της Αθήνας. Αυτό είναι τελικά φυλακή. Να νομίζεις πως δραπέτευσες μα τελικά να γυρνάς πάντα σε ό,τι αρνήθηκες. Λένε πως δεν δημιουργώ δεσμούς γιατί φοβάμαι τους άλλους. Αυτό που φοβάμαι περισσότερο από όλα είναι ο ίδιος μου ο εαυτός.  Είναι περασμένες δύο. Κάποτε μετρούσα τα βήματα μου μα τώρα απλά δεν τα θυμάμαι. Και τι είναι ένας άνθρωπος χωρίς μνήμη;  Και ύστερα σε κάθε σκοτεινή γωνία υπήρχε ένα παρατημένο από την πραγματικότητα κορμί, που ούρλιαζε για βοήθεια και μου θύμιζε το δικό μου, το τόσο κατεστραμμένο από τις πληγές. Και πάλι στα μάτια όλων των αστέγων, που κανείς τους δεν κοιμάται πραγματικά έβλεπα τα δικά μου μάτια, σαν σε ξεκάθαρο καθρέφτη, σκεφτόμουν το πόσο δεν μπόρεσα να χωρέσω πουθενά, ούτε καν στην νύχτα. Και το άλλο πάλι...Σε καθένα από τα βλέμματα των κοριτσιών που με παρακαλούσαν να περάσω την νύχτα μαζί τους για πενταροδεκάρες, προσπερνούσα ήσυχα. Ήταν αναρίθμητες, στο τέλος κάθε δρόμου και έτσι μου θύμισαν την δική μου ανωνυμία. Το πόσο εύκολα παραλείπεται το όνομά σου και πόσο ακόμη ευκολότερα ξεχνάται το πρόσωπο σου. Έτσι έπρεπε, να μην έχω όνομα για να μην με μπερδεύουν με τους άλλους. Γιατί τα ονόματα είναι πιο φθαρτά και από το ίδιο μας το κορμί.μοιάζουν ή αλλάζουν αρκεί να τα συνηθίσεις και τότε θα είσαι μία ασήμαντη καταγραφή, μία ληξιαρχική δήλωση. Γι'απόψε δεν έχω όνομα και έχω όλα τα ονόματα. Ούτως ή άλλως δεν έχει σημασία. Κάθισα σε μία στάση λεωφορείου στην Συγγρού στο ύψος του Φιξ. Πέρασε κοντά μία ώρα μόνο να καπνίζω τα απρόσωπα πρόσωπα των περαστικών και να γελάω με τα κίτρινα χρώματα στα ταξί. Ξανάρχισα το περπάτημα. Λένε πως έχω κάτι μέσα μου τέτοιο που θα σε μπερδέψω αν μου μιλήσεις, πως θα σε ξεχάσω αν με κερδίζεις μα αυτό που ξεκάθαρα μπορώ να δω εγώ εκτός από την βροχή που μόλις άρχισε να ξεσπά, είναι η μοναξιά. Κάθε τρύπα στο κορμί μου αναβλύζει τεράστιες ποσότητες μοναξιάς. Την σκέψη αυτή δεν κατάφερα να την αφήσω, να την διώξω, να μην την νιώθω, ποτέ. Και εκεί τελειώνω. Μόνος. Μία πόλη νεκρή αυτή η Αθήνα, γεμάτη μα τόσο άδεια, φωτεινή μα τόσο σβηστή. Κάπου χάθηκα μέσα στα περιθώρια της κοινωνικής ηθικής, της πολιτικής συνείδησης, της αμάσητης τροφής και της θρησκευτικής δουλοπρέπειας. Μα κυρίως χάθηκα στα πρακτικά ενός συμβουλίου που με δίκαζε γιατί ήθελα να ονειρεύομαι. Την μέρα εκείνη με έτρωγε το πρόσωπο μου, ήθελα να πετάξω την μάσκα μου, ήθελα να οργανώσω μία μικρή εξέγερση, να βγάλουν και οι άλλοι τις δικές τους. Τα κατάφερα. Μα κάποιος με είδε και με εκτέλεσαν. Ήμουν τριάντα και είχα άλλο ένα τσιγάρο στο πακέτο. Από τότε έγινα σκληρός για να μην με πληγώνουν και φυγόπονος για να μην έχουν δικαίωμα πάνω μου. και στη συνέχεια έγινα και μόνος. Τα φανάρια στην Καλλιρρόης νομίζω έχουν χαλάσει. Τα αυτοκίνητα με προσπερνούσαν κατεβάζοντας ταχύτητες κάτω από μηδενικά φώτα. Στο απέναντι πεζοδρόμιο στεκόταν ένας παππούς. Πέρασα τον δρόμο βιαστικά και τον ρώτησα αν χρειάζεται βοήθεια. Με κοίταξε και μου είπε πως ήθελε την βοήθεια μου, ναι. ήταν όμως η θέρμη στα μάτια του. Η θέρμη πως αυτός ο κόσμος δεν παραιτήθηκε τελικά. Με το ένα χέρι άναψα τσιγάρο και με το άλλο  του έπιασα το μπράτσο για να περπατήσουμε, όπως με τον παππού μου. Του μετρούσα τα αστέρια ενώ έτρεμαν τα χέρια του. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του ξεκλείδωσε την πόρτα και με άγγιξε στον ώμο χωρίς κουβέντα, ήταν ένα ευχαριστώ ψυχής 
και τότε κατάλαβα πόσο γοητευτική είναι η μοναξιά όταν την μοιράζεσαι...



Sometimes love is not enough and the road gets tough, I don't know why

Το άσχημο με τους μεγάλους έρωτες είναι ό,τι προκειμένου να κρατήσουν το μέγεθός τους δέχονται να καταστρέψουν ό,τι βρουν στον δρόμο τους. Και συνήθως και πάντα πετυχαίνουν.
Το άσχημο με τους μεγάλους έρωτες είναι ότι δεν τους κηδεύεις ποτέ. Παρά μόνο εκείνοι είναι πρόθυμοι να το κάνουν για σένα. 
Το άσχημο με τους μεγάλους έρωτες είναι ότι έχουν πρόσωπο, ένα πρόσωπο που δεν συγκινείται από την αλήθεια και που σαγηνεύεται από τον φόβο, ένα πρόσωπο παιδικό.
Το άσχημο με τους μεγάλους έρωτες είναι ότι συνοδεύονται από φωνές, από μισοτελειωμένες κουβέντες στην θέση των "αντίο", μασημένα λόγια, ασύντακτα. 
Το άσχημο με τους μεγάλους έρωτες είναι ότι νιώθεις συνέχεια παραδομένος στην επήρεια τους,μπερδεύεσαι και προσπαθείς να τους ξανανιώσεις. Ένας κύκλος από ξοδεμένα αισθήματα. 
Το άσχημο με τους μεγάλους έρωτες είναι ότι μοιάζουν ξένοι. Σαν να μην είναι δικοί σου και ας είναι. Δεν θέλουν να τους θυμάσαι, να τους ζητάς ή να τους χρειάζεσαι. 
Το άσχημο με τους μεγάλους έρωτες είναι ότι είναι καταδικασμένοι να μην πραγματοποιηθούν αλλιώς λένε δεν θα λέγονταν "μεγάλοι". Μια και καλή. 
Το άσχημο με τους μεγάλους έρωτες είναι ό,τι επειδή δεν τα έχουν γνωρίσει, αποφεύγουν τα όρια. Μπορούν να σε βρουν σε όποιο χωροχρόνο και αν καταφύγεις, με όποιο άλλο πρόσωπο και αν ξεγελαστείς. Και όταν σε βρουν, σε κάνουν να μετανιώσεις που τους άφησες. 
Το άσχημο με τους μεγάλους έρωτες είναι ότι τους είσαι χρήσιμος μόνο χαμένος. Σε θέλουν σπασμένο, κενό, σπόρπιο. 
Πρέπει να θυμίζεις σκοτάδι, να έχεις αγγίξει πάτο και να 'χεις ξεμείνει από τσιγάρα. Πρέπει να 'χει ξεραθεί το στόμα σου, να σου έχει τελειώσει η αξιοπρέπεια,να 'χεις ψάξει για ένα Θεό και να τα έχεις σβήσει όλα για ένα όνομα. Πρέπει να νομίζεις ότι ο μεγάλος έρωτας σε έβγαλε από τον εφιάλτη σου, να αισθάνεσαι ότι του χρωστάς, ότι σ'έκανε το πρόσωπο που είσαι τώρα. Κυρίως όμως πρέπει να δώσεις το δικαίωμα σε κάποιον μ'ένα του χαμόγελο να σε σκοτώνει. Ξανά και ξανά. Και ξανά. Πρέπει να πιστεύεις ότι με μία αγκαλιά θα σωπάσει τις φωνές όλων των φόβων σου,να θέλεις τα μάτια του μέσα σου, την ψυχή του μέσα σου, να καταριέσαι τα βράδια γιατί τότε αποζητάς τις βόλτες του και τότε δίνεις τις λέξεις σου τζάμπα. Πρέπει να μην αντέχεις τις νύχτες, να νιώθεις πως τον αντέχεις,δεν τον αντέχεις μερικά βράδια ακόμη. Πρέπει να ξέρεις πως "δεν γίνεται" και όμως να περνάς όλα σου τα χρόνια  ελπίζοντας ότι θα γίνει. Και να μην γίνεται. Πρέπει όλες οι ματιές του να γίνονται σελίδες σου και όλες οι υποσχέσεις του φυλαχτά σου. Και τώρα...τώρα είσαι έτοιμος να κατασπαραχτείς από τον μεγάλο έρωτα.